Επί μισό και πλέον αιώνα, από τις προφυλακές της Πόλης μια αύρα εμφυσά από την ελληνική αιωνιότητα, εγερτήρια αξιοπρέπειας και καλεί σε υπαρξιακούς αγώνες, για την εθνική διάρκεια του Λαού μας.

Για την ανθρωπιά και την τιμή του προαιώνιου ελληνισμού αυτής της μοιρόγραφτης εσχατιάς της Φυλής μας. Και μεταφέρει σε πολιτείες και χωριά, σε κάμπους και βουνά και παραγιάλια και φαράγγια, φωνές αοράτων μονομάχων στα μαρμαρένια αλώνια της δόξας, όπου αντιλαλούν ονόματα που αγκαλιάζει πια ο θρύλος. Για ένα Διγενή, ένα Γρηγόρη από τη Λύση, ένα Δράκο από τη Λεύκα, ένα Μάτση από το Παλαιχώρι, έναν Ηλία από τη Λιθράγκωμη, ένα Σταύρο από τη Γιαλούσα, έναν Καραολή, έναν Ανδρέα, έναν Πέτρο, ένα Μαυρομμάτη, έναν Ευαγόρα, από τα χάη της ιστορίας κι άλλους πολλούς που κρατούν στα δυνατά τους μπράτσα σαν αθάνατοι Άτλαντες τον κόσμο μας. Τον κρατούν για να στέκεται στα πόδια του αλύγιστος στους ανέμους των συμφορών, στους ορυμαγδούς των πολέμων, στις τραμουντάνες των τόσων περιπετειών και στις πισώπλατες μαχαιριές των Βρούτων. Να μην υποκύπτει στα κελεύσματα των σειρήνων, των αργυρώνητων Ισκαριωτών, των δεδηλωμένων εχθρών. Να μην ενδίδει στον τρόμο και στον φόβο. Να μην προσφέρει γην και ύδωρ στον Τούρκο κατακτητή και στους συνεργούς του παρατεινόμενου δράματος της νέας τουρκοκρατίας. Να μην παραδίδεται στην Πέμπτη Φάλαγγα και στα κελεύσματα όσων αχρείων χρησιμοποιούν τον άδολο πατριωτισμό σαν εφαλτήριο των σκοτεινών τους επιδιώξεων και όσων επιπλέουν στην επιφάνεια καβάλα στα φέρετρα των ηρώων.

Και πιο δυνατή, στεντόρεια, ακούγεται μια κραυγή σαν από σάλπιγγα πανάρχαιη, με μια λέξη που σχίζει τα χάη του χρόνου κι έρχεται από τον Μαραθώνα και τη Σαλαμίνα, από την Πύλη του Ρωμανού, από τον Μωριά και τη Ρούμελη, από τη συκαμινιά του Σεραγιού. Από την φλεγόμενη ακόμα σπηλιά του Μαχαιρά. Από το Δίκωμο και τον Αχυρώνα. Από τις κρεμάλες των Κεντρικών Φυλακών. Από τα Κρατητήρια. Από τα κρησφύγετα. Από τους ιερούς βωμούς των ολοκαυτωμάτων. Από τα αιματοκυλισμένα πεδία των μαχών και των ομηρικών συγκρούσεων. Από τα μπουντρούμια των βασανιστηρίων. 

Είναι η κραυγή της ΕΟΚΑ. Κι η λέξη σύνθημα ζωής είναι το φιλότιμο. Που δεν υπάρχει στα ξένα λεξικά. Που διαφέντεψε τον Ελληνισμό από την Τροία του 12ου π.Χ. αιώνα ως τον Μωριά του 1821. Ως την Πίνδο του ’40. Ως τον Πενταδάκτυλο του ’55. Κι είναι το φιλότιμο η αρχή στην ακροστιχίδα της ανθρωπιάς και της αγάπης προς την πατρίδα. Το προσκλητήριο που ακούγεται κάθε αυγή, σαν η πνοή της δροσιάς μας ξυπνά από τα όνειρα. Σαν οι βροντές του χειμώνα αναταράζουν την αποχαύνωση του σκλάβου. Είναι το φιλότιμο των 39 θανατοποινιτών, 

των 9 απαγχονισθέντων. Των 3.362 πολιτικών κρατουμένων της ΕΟΚΑ. Των 1.114 Πολιτικών Καταδίκων. Των 14 που δολοφονήθηκαν στα βασανιστήρια. Των 300 Ανταρτών. Των 25 χιλιάδων ορκισμένων στον Διγενή, στην Ένωση, στην λευτεριά. Των δεκάδων χιλιάδων που μαρτύρησαν στις συγκρούσεις με τους Βρετανούς και τους Τούρκους επικουρικούς. Συνιστούν τον Λαό που φίλεψε με τον θάνατο, αφού πάλεψε μαζί του και τον νίκησε στα μαρμαρένια αλώνια της Πιτσιλιάς, της Καρπασίας, της Αμμοχώστου, της Κερύνειας, της Μόρφου, της Λεμεσού, της Λάρνακας.

Αυτό το φιλότιμο ήταν η απάντηση του Χαρίλαου Μιχαήλ, όταν ο Παπαντώνης τον ρώτησε γιατί έμεινε κοντά στον τραυματισμένο Ανδρέα Ζάκο και δεν έτρεξε να φύγει. Να φύγω; Απάντησε. Και να εγκαταλείψω τον τραυματισμένο φίλο μου; Και προχώρησε άτρομος στην κρεμάλα. Πλάϊ στον συναγωνιστή του, τον Ζάκο που θρυλείται ότι τον κρέμασαν τρεις φορές για να πεθάνει, τελικά από ασφυξία. Γιατί ο θάνατος στην αγχόνη δεν είναι ακαριαίος. Ο εγκέφαλος και η καρδιά λειτουργούν για τρία λεπτά, μετά που το κορμί θα κρεμαστεί…

Αυτό το φιλότιμο το μετουσίωσε ο αγώνας της εποποιΐας της ΕΟΚΑ. Το έκανε πράξη ζωής ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης που αποχαιρετώντας μας από την είσοδο της κρεμάλας φώναξε: Αδέλφια μη φοβάστε. Ζήτω η Ελευθερία. Αυτό το φιλότιμο ύψωσε στους αιώνες ο Γρηγόρης Αυξεντίου μέσα από τις φλόγες που καίνε ακόμα  τις σάρκες του. Αυτό το φιλότιμο μας άφησαν κληρονομιά οι ιερές σκιές των 108 συναγωνιστών που έπεσαν μαχόμενοι για τη λευτεριά της πατρίδας και την τιμή του ανθρώπου. Αυτό το φιλότιμο φυσά και κυματίζει τις σημαίες μας σήμερα, επέτειο της δόξας και της ιστορικής καταξίωσης του Κυπριακού Ελληνισμού στην απεραντοσύνη της αιωνιότητας.

Η υπέρτατη ανάγκη θέλει πυρούμενους δαυλούς. Νέους με συνειδήσεις φλεγόμενες και μη καιόμενες βάτους. Νέους Αυξεντίου γιγαντιαίους ως τον ουρανό του Τροόδους. 

Να στήνουν σημαίες στον Άγιο Ιλαρίωνα, στην Άσπρη Μούττη, στην Καντάρα. Να καμπανίζουν τη Λευτεριά από το μέγα μοναστήρι και να δονούν τα σύννεφα με τον Εθνικό μας Ύμνο μυριόστομο.

*Πρόεδρος των Συνδέσμων Αγωνιστών της ΕΟΚΑ