Τον Φεβρουάριο του 1959 η τότε ελληνική κυβέρνηση της ΕΡΕ, Κωνσταντίνου Καραμανλή, ανάλαβε πρωτοβουλία στο Κυπριακό και τη λύση του. Δεν ρώτησε κανένα αν επέτρεπε την ανάμειξη στο εθνικό πρόβλημα που συντηρούσαν στην επικαιρότητα οι ηρωικοί νεκροί της ΕΟΚΑ και οι αιματηρές θυσίες του Κυπριακού Ελληνισμού που κήδευε τα παιδιά του κι  έσφιγγε την καρδιά του, ζώντας στις αναθυμιάσεις από τις φωτιές των αυτοθυσιών και στην καταφυγή κάτω από τα δένδρα των ξεσπιτωμένων που τα σπίτια τους ανατίναξε ο αγγλικός στρατός. Και με την κυβέρνηση της Αθήνας συνέπλευσε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και πάλιν χωρίς να ρωτήσει τον λαό αν ενέκρινε με τη σιωπή του επί του θέματος τη «συμμαχία».

Και το εθνικό πρόβλημα σερνόταν ανεξέλεγκτα σε «λύση» Καραμανλή – Μακαρίου – Μεντερές Τούρκου πρωθυπουργού)- Μακμίλλαν Άγγλου πρωθυπουργού.

Κι ακούσαμε την εξαγγελία «λύσης» του Κυπριακού στις συνομιλίες της 

19ης Φεβρουαρίου 1959 και τα περαιτέρω πληροφορηθήκαμε από την ομιλία του Μακαρίου που ενώπιον χιλιάδων λαού χαρακτήρισε τη λύση «κράτος Θεού»! Και άλλοι μεν χειροκρότησαν το γεγονός, άλλοι δε το ονόμασαν νομικό εξάμβλωμα. Και πολλοί που δοκιμάζονταν στα κρατητήρια επί τετραετία, το αποκάλεσαν «προδοσία Ζυρίχης», προλέγοντας ότι θα σύρει σε περιπέτειες την Κύπρο. Διότι η συνθήκη ήταν ετεροβαρής. Έδινε υπόσταση στην μουσουλμανική μειονότητα εξισώνοντας την με την ελληνική πλειοψηφία. Η πρόβλεψη επαληθεύτηκε σε ελάχιστο χρόνο από τη διάπραξή της, της οποίας τη διάσταση γνώριζαν μόνο οι περί τον Καραμανλή και τον Μακάριο.

Οι προεκτάσεις της συνθηκολόγησης κτύπησαν τον κόσμο με τα γεγονότα των Χριστουγέννων του 1963, όταν όργανα της Άγκυρας πήραν τα όπλα και κι άρχισαν την αιματοχυσία, σκοτώνοντας αθώο κόσμο. Ήταν τα προανακρούσματα των συμφορών που παρατείνονται μέχρι σήμερα. Οι Τούρκοι, επικαλούμενοι άρθρο της Ζυριχικής συνθήκης, αποσχίστηκαν, ζητούσαν αυτοκυβέρνηση που είχε εισηγηθεί ο Νίκος Ζαχαριάδης, αρχηγός του κομμουνιστικού κόμματος Ελλάδας, πολιτικός σύμβουλος της τότε κυπριακής Αριστεράς. 

Γεννήματα των συνεπειών η απαίτηση εξίσωσης των εξουσιών, τα δικαιώματα ισονομίας των δύο κοινοτήτων της Κύπρου και η πολιτική και συνταγματική ισομέρεια στο νησί, που ο Ντενκτάς ισχυριζόταν ότι εκπήγαζε από τα άρθρα της συμφωνίας του Λάνκαστερ Χάους της 19ης Φεβρουαρίου 1959.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων προκαλούνται ερωτήματα: 

>Μήπως η μετασεισμική συμφωνία 2022 της κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας, που ίδρυσε ο Καραμανλής, με τον Ερντογάν, πρέπει λογικά, να ταυτίζεται με τη συνθήκη του 1959; 

>Οπότε η τουρκική πλευρά θα επιχειρήσει ολοκλήρωση της συνθήκης στο Λάγκαστερ Χάους; 

>Και κατά συνέπεια η λογική μπορεί να προβλέψει τα εισερχόμενα και η νέα κυβέρνηση Χριστοδουλίδη, είναι υποχρεωμένη να προπαρασκευάσει αντίσταση; 

Όλα πρέπει να αναλυθούν για να μην  προκύψουν αιτίες που με αφορμές έσυραν στις επιδιωκόμενες συνθήκες από την Άγκυρα. Δηλαδή διαχωρισμός του πληθυσμού σύμφωνα με το Αγγλικό σχέδιο. Να αποχωρούσαν οι Τουρκοκύπριοι από τη βόρεια Κύπρο και να εγκατασταθούν στις περιοχές Μόρφου, Πενταδακτύλου, Μεσαορίας, Καρπασίας, Κερύνειας, Αμμοχώστου, ενισχυμένοι αριθμητικά από Τούρκους της Ανατολίας;

Οπότε θα σχηματιζόταν πληθυσμός 300 χιλιάδων που θα συγκροτούσε 

το τουρκοκυπριακό «κράτος» και τη βάση της διχοτόμησης. Νοείται ότι οι Έλληνες θα διώχνονταν από τις πατρογονικές τους εστίες αιώνων και θα δημιουργείτο Κύπρος δύο κρατών με εγγυητή την Τουρκία  που θα προωθούσε τα δικά της σχέδια για ολοκληρωτική κατοχή του Νησιού. Ταυτόχρονα εφαρμόζονταν με τη στήριξη και της Αγγλίας νέο κράτος στην Ανατολική Μεσόγειο και το νησί να μετατρεπόταν σε προφυλακή των σχεδιασμών της Άγκυρας.

Αυτή η πολιτική θα είχε συνέπεια την αναγκαστική φυγή των Ελλήνων και καταφυγή στην Αγγλία όπου ήδη κατέφυγαν 300 χιλιάδες.

Αυτά ας μελετηθούν από την κυβέρνηση όπως και οι συνέπειες που θα συνιστούν το νέο πρόβλημα ολοκληρωτικής επέκτασης της Τουρκίας που θα ισοδυναμεί με διάλυση του κυπριακού κράτους και εξάλειψη του ελληνικού στοιχείου από την Ανατολική Μεσόγειο.

Ιδού τα σημεία της νέας προσέγγισης των Αθηνών με την Άγκυρα. 

Ιδού οι νέοι κίνδυνοι της «φιλίας» Μητσοτάκη-Ερντογάν. Είναι μια προέκταση 

της συνθήκης του 1959 με συμμετοχή Αθηνών, όπως και τότε. Τον Φεβρουάριο 

του 1959, ερήμην του λαού.