
Η μορφή της Παναγίας στην εικονογραφία, αλλά και στην υμνογραφία ή στη λογοτεχνία έχει συνδεθεί με τον θρήνοκαι με την εικόνα της ωςπενθούσας μάνας ή ως «materdolorosa», κατά τη Σταύρωση.Ο κορυφαίος υμνογράφος του Βυζαντίου, ομελίρρυτος Ρωμανός ο Μελωδός, στον ύμνο του «Εις το Πάθος του Κυρίου και εις τον Θρήνον της Θεοτόκου» περιγράφει την τραγική φιγούρα της «τρυχομένης» Μαρίας Θεομήτορος, καθώς βλέπει τον υίον της «προς σφαγήν ελκόμενον»:
Τον ίδιον άρνα η αμνάς θεωρούσα
προς σφαγήν ελκόμενον ηκολούθει η Μαρία τρυχομένη
μεθ’ ετέρων γυναικών ταύτα βοώσα,
«Πού πορεύη, τέκνον; τίνος χάριν τον ταχύν
δρόμον τελέεις;
μη έτερος γάμος πάλιν εστίν εν Κανά,
κ ακείνυνί σπεύδεις, ιν’ εξ ύδατος αυτοίς οίνον ποιήσης;
συνέλθω σοι, τέκνον, ή μείνω σε μάλλον;
δος μοι λόγον, Λόγε, μη σιγών παρέλθης με,
ο αγνήν τηρήσας με,
ο υιός και θεός μου».
Στο πανελλήνια γνωστό θρηνητικό τραγούδι, το «Μοιρολόι της Παναγίας» ή αλλιώς Καταλόγι της Παναγίας, η Παναγία παρουσιάζεται ως αρχέτυπο τεθλιμμένης μάνας, αλλά παράλληλαμέσα στην αφήγηση του τραγουδιού περιγράφεταικαιη έκταση που μπορεί να λάβει ο ανθρώπινος πόνος σε στιγμές ασήκωτου μαρτυρίου.Έτσι, η Παναγία «ολοφυρόμενη» μη αντέχοντας το θέαμα του μαρτυρίου του παιδιού της, που οδεύει προς την κορύφωσή του, παρουσιάζεται να βρίσκεται σε απόγνωση. Στην κυπριακή παραλλαγή του Μοιρολογιού φέρεται να αναφέρει:
Τζαί που μασιέριν να σφαώ τζαι που κρεμόν να δώσω τζαι που ποτάμιν σύνθολον να μπω να παραδώσω
(Θεόδ. Καλλίνικος, Κυπριακή Λαϊκή Μούσα, Λευκωσία, 1951)
Στην κυπριακή του παραλλαγή, το Μοιρολόι, το Άσμα της Μ. Παρασκευής, τα λόγια της Θεοτόκου δεν προδίδουν τη στάση μιας απόκοσμης θεότητας, αλλά τον σπαρακτικό λόγο κάθε μάνας προς τον τεθνηκότα υιό της:
Αδέ μαντάτο σκοτεινόν και μέρα λυπημένη
που ήρτε σήμερον σ’ εμέ, την πολοπικραμένη.
Που πιάσαν τον Υιούλην μου κι έμεινα ορφανεμένη
κι ο κόσμος κλαίει ουρανέ κι η γη σκοτεινασμένη.
Ο ήλιος εσκοτίστηκεν κι όλον το φως εχάθη
και το φεγγάριν τ’ ουρανού κατά πολλά επικράνθη.
Όρη αναστενάξετε και πέτρες ραϊστείτε
και ποταμοί στραγγίσετε και δένδρα μαραθείτε.
Οι εκφράσεις της Παναγίας θα μπορούσαν να αφορούντο αληθινό μοιρολόι της παγκόσμιας μάνας σε όλους τους χώρους και τους αιώνες μας. Εκτός από τον λαϊκότερο θρήνο της Θεοτόκου,η ανθρώπινη διάσταση κι η απελπισία στο πρόσωπό της παρουσιάζεται στον Θρήνο του Συμεών (10ος αι. π.Χ.), αλλά και σε πολλά νεότερα δημοτικά τραγούδια.
Αξιοσημείωτη είναι ο παραλληλισμός της Παναγίας στην υμνογραφία με την «δάμαλιν»:
Η δάμαλις τον μόσχον
εν ξύλωκρεμασθέντα
ηλάλαξενορώσα […]
Στο πολύ γνωστό ποίημα του Κ. Βάρναλη «Η μάνα του Χριστού», που έχει πάρει την έμπνευσή του από τον λόγο του Ρωμανού του Μελωδού κι άλλων υμνωδών αναφέρεται:
Φέβγειςπάνου στην άνοιξη, γιέ μου καλέ μου,
Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις.
Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιε μου,
δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!
Καθώς κλαίει, σαν της παίρνουν το τέκνο, η δαμάλα,
ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια.
Στύλωσέ μου τα δυο σου τα μάτια μεγάλα:
τρέχουν αίμα τ’ αστήθια, που βύζαξες γάλα (στ. 33-40).
Ο ποιητής στα Φιλολογικά Απομνημονεύματά του αναφέρει: «Ήθελα να ολοκληρώσω τη Μάνα-Σύμβολο. Να της δώσω […] όλο εκείνο το απέραντο βάθος, που έχει η πραγματική μητρότητα, που είναι ο πρώτος και έσχατος νόμος της ζωής και όχι θάμα. Αυτό άλλωστε κάνουνε κι οι περισσότεροι εκκλησιαστικοί ύμνοι».
Η διακειμενική προσέγγιση κι η συνομιλία των κειμένων φαίνεται, στη λέξη «άνοιξη» στο ποίημα του Βάρναλη,που ανακαλεί το περίφημο «γλυκύ έαρ»του Μελωδού, καθώς, αντίστοιχα η «δάμαλις», «άρνα η αμνάς» του υμνογράφου μεταγράφονται στην πιο δημοτική λέξη «δαμάλα» στο σύγχρονο ποίημα.
*Φιλόλογος-εκπαιδευτικός