Την προηγούμενη βδομάδα, ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης δημοσιοποίησε τις καταστάσεις εισφορών και δαπανών της προεκλογικής εκστρατείας του. Σύμφωνα με τις καταστάσεις, ο κ. Χριστοδουλίδης έλαβε ακριβώς €1,019,356.60 σε εισφορές και ξόδεψε ακριβώς €1,019,356.60. 

Πέρα από την τήρηση των προσχημάτων, η δημοσιοποίηση των στοιχείων αυτών δεν εξυπηρετεί τη διαφάνεια. Είναι μάλλον μια εικόνα για να καθησυχάσει τους πολιτικά αφελείς. Οι χρηματοδότες του κ. Χριστοδουλίδη παραμένουν άγνωστοι. Για όσους έχουν πολιτική μνήμη, ο κ. Χριστοδουλίδης είχε τονίσει (11/1/2023) πως δεν είχε λάβει «ούτε σεντ» από τα κόμματα που στήριξαν την εκστρατεία του. Τα στοιχεία που έχουν δημοσιευθεί δεν μας επιτρέπουν να εξακριβώσουμε κατά πόσον ο προεκλογικός ισχυρισμός του Προέδρου αληθεύει. 

Σύμφωνα πάντα με την κατάσταση που δημοσιεύθηκε, ο κ. Χριστοδουλίδης φαίνεται πως έχει παραβιάσει το Αρθ.41Α(2) του Περί Εκλογής Νόμου (1959), αφού οι δαπάνες του επιτελείου υπερέβησαν το ανώτατο όριο του €1,000,000 κατά την προεκλογική περίοδο (6 μήνες πριν τη διεξαγωγή των εκλογών). Κι όμως αυτό το περιστατικό δεν αποτελεί εξαίρεση. Αντίθετα, είναι ενδεικτικό της επιπολαιότητας με την οποία αντιμετωπίζεται το νομικό πλαίσιο που (υποτίθεται) διασφαλίζει την ακεραιότητα των εκλογών. Αυτό φαίνεται από τη συστηματική μη τήρηση των εκλογικών νόμων από όλα τα μέρη, σε σημείο που αυτοί έχουν καταντήσει εικονικοί. Κάτι σαν βιτρίνες που κρύβουν την ανυπαρξία των θεσμών. 

Ακόμη και να τηρείτο ευλαβικά, το ίδιο το νομικό πλαίσιο (για άγνωστους λόγους) αφήνει τεράστια κενά αφού δεν ρυθμίζει τις δαπάνες των επιτελείων για την περίοδο πέραν των 6 μηνών πριν τις εκλογές. Δηλαδή επιτρέπει στον υποψήφιο να υπερβεί το καθορισμένο όριο εξόδων χωρίς να υπόκειται σε οποιοδήποτε έλεγχο. Με αυτό τον τρόπο, ο υποψήφιος με τις «βαθύτερες τσέπες» θα έχει πάντα ένα (αντιδημοκρατικό) πλεονέκτημα έναντι των αντιπάλων του. Ωστόσο – για να τηρηθούν τα προσχήματα – όλοι οι «βασικοί υποψήφιοι» έχουν δηλώσει δαπάνες γύρω στο €1,000,000 για το τελευταίο εξάμηνο πριν τις εκλογές. Ελπίζω πως κάποιος αρμόδιος θα βρει το θάρρος να ρωτήσει τον Πρόεδρο ποιο ήταν το σύνολο των εξόδων του κατά την προεκλογική εκστρατεία, συμπεριλαμβανομένου και της περιόδου πριν τις 5 Αυγούστου 2022, περίοδο κατά την οποία – μεταξύ άλλων – ανακοίνωσε την υποψηφιότητα του, με μια εντυπωσιακή παραγωγή (13/5/2022), την οποία είχε επιμεληθεί, κατά τη δική του παραδοχή (17/5/2022), επικοινωνιολόγος, ο οποίος (εικάζω) πληρωνόταν για τις υπηρεσίες του. 

Κι αν ακόμη θα έπρεπε να αντιμετωπίζουμε τους πολιτικούς και την εξουσία με δυσπιστία, θα αναμέναμε πως τουλάχιστον εκείνοι που οφείλουν να ελέγχουν την εκάστοτε εξουσία θα σέβονταν το θεσμικό πλαίσιο που καθορίζει ο νόμος. Ωστόσο, ούτε η σύσταση της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης (την οποία τα Άρθρα 3Α(1) και 45(1) του Περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Οργανισμών Νόμου (1998) ορίζουν ως την αρμόδια αρχή) για συμμετοχή και των 7 υποψηφίων στην τελευταία διακαναλική συζήτηση εισακούστηκε από τα τηλεοπτικά κανάλια, αλλά ούτε και από τους «βασικούς υποψηφίους», όλοι εκ των οποίων είχαν υποσχεθεί την ανασυγκρότηση των θεσμών σύμφωνα με τις αρχές του κράτους δικαίου.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εικονικών νομικών υποχρεώσεων, προεκλογικών δεσμεύσεων που δεν μπορούν να ελεγχθούν και θεσμικής συγκάλυψης γίνονται οι εκλογές στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η συστηματική παραβίαση των εκλογικών νόμων και το διάτρητο νομικό πλαίσιο αποτελεί απειλή για ότι έχει απομείνει από το Κυπριακό κράτος δικαίου. Οι προεκλογικές υποσχέσεις για αναστύλωση των θεσμών είναι και αυτές μέρος ενός απέραντου θεάτρου του παραλόγου που συνεχίζεται για να τηρούνται κάποια προσχήματα, δημιουργώντας μια επίφαση θεσμικού ελέγχου, η οποία – στην πραγματικότητα – υποβοηθά στην απόκρυψη των πραγματικών δεδομένων. Ο κ. Χριστοδουλίδης δεν δημιούργησε το πρόβλημα, ωστόσο με τις πράξεις του ως υποψήφιος αλλά και ως Πρόεδρος έχει ήδη δείξει πως βολεύεται και με την υφιστάμενη κατάσταση. 

*Δικηγόρος