Ομολογώ ότι δεν έχω ξεκάθαρη εικόνα για το τι έγινε προχθές στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εμπορίου και ποιος έχει τελικά δίκαιο στην όλη ιστορία, αλλά το σίγουρο είναι ότι το πολιτικό σκηνικό μετά τις προεδρικές εκλογές, μοιάζει «να παίζει κουμέρες». Στην περίπτωση του e-καλάθι, είναι γεγονός ότι είναι μία πολιτική η οποία είχε εκφραστεί ως πρόθεση από την προηγούμενη Κυβέρνηση. Τώρα το πόσο αποτελεσματικό θα είναι, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι, ούτε εάν το νομοσχέδιο που πήρε στη Βουλή η νέα Κυβέρνηση ήταν αυτό που θα έφερνε και η προηγούμενη. Προσωπικά ως καταναλωτής, έχω αρκετές επιφυλάξεις ως προς την αποτελεσματικότητα του μέτρου, αλλά ενδεχομένως, να μην αποτελώ αντιπροσωπευτικό δείγμα για τους καταναλωτές. Είναι γεγονός, όμως, ότι κάθε εργαλείο που μπορεί να εξυπηρετήσει τον καταναλωτή στις αγορές του, βοηθώντας τόν στη σύγκριση τιμών, είναι θετικό. Τώρα το πόσοι συνταξιούχοι θα μπορούν να έχουν τη λίστα με την πιο φθηνή υπεραγορά για το συγκεκριμένο καλάθι προϊόντων στο smartphone τους και να μπορούν να την διαβάζουν κιόλας, είναι άλλο ζήτημα, αλλά εν πάση περιπτώσει, δεν πρέπει να έχουμε ως αφετηρία αυτή τη λογική. Αν από την άλλη προκύπτουν διάφορα άλλα ζητήματα, όπως λέχθηκε και στην Επιτροπή από διάφορους αρμόδιους φορείς, που δημιουργούν άλλες στρεβλώσεις στην αγορά, είναι και αυτό κάτι που πρέπει να προβληματίσει. Πρακτικά, ούτως ή άλλως φαίνεται να προκύπτουν γενικότερα ερωτήματα για το πώς μπορεί να εφαρμοστεί η συγκεκριμένη πολιτική και τα οποία χρήζουν διευκρίνησης.
Ο Υπουργός, μιλώντας χθες στο ραδιόφωνο του ΡΙΚ, ανέφερε το παράδειγμα της Ελλάδας και πώς η συγκεκριμένη εφαρμογή, έφερε μία μείωση στις τιμές προϊόντων από 5% έως 15%. Οι εκπρόσωποι του ΑΚΕΛ και του ΔΗΣΥ, εξέφρασαν και αυτοί τις δικές τους επιφυλάξεις, οι οποίες επίσης φαίνονται λογικές. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι η Κυβέρνηση εισέπραξε ένα ακόμα «όχι» από την Βουλή. Και το συγκεκριμένο ήταν το δεύτερο χθες, καθώς είχε προηγηθεί λίγο νωρίτερα, στην ίδια Επιτροπή, η εκ νέου άρνηση για τον διορισμό της ανώτερης διευθύντριας Αεροπορικής Ανάπτυξης και Επικοινωνίας της Hermes Airports, Μαρίας Κουρούπη, στο Συμβούλιο Εθνικής Αρχής Παιγνίων και Εποπτείας Καζίνο.
Διαπιστώνεται, όμως, ότι προκύπτει ένα γενικότερο και πολύ σοβαρό ζήτημα. Η Κυβέρνηση ουσιαστικά μέσα σε λιγότερο από τρεις μήνες διακυβέρνησης δέχθηκε σειρά ηχηρών «όχι» από τη Βουλή. Για σειρά θεμάτων. Ήταν αρχικά η άρνηση στο νομοσχέδιο για μείωση της φορολογίας στα καύσιμα και μετά η απόρριψη του νόμου για τις τουρκοκυπριακές περιουσίες. Ήρθε μετά το προχθεσινό. Η Κυβέρνηση προφανώς αντιμετωπίζει πρόβλημα στη Βουλή, μη έχοντας η ίδια την κοινοβουλευτική πλειοψηφία από τα κόμματα που την στηρίζουν και χωρίς να έχει και κάποιο άτομο εντός Βουλής που να μπορεί να αναλάβει μια πρωτοβουλία διαβούλευσης και συνεννόησης με άλλε πολιτικές δυνάμεις, για διασφάλιση πλειοψηφίας.
Το γεγονός ότι η Κυβέρνηση δεν έχει την πλειοψηφία στη Βουλή, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι θα πρέπει να μετατραπεί σε όμηρο των όποιων κομματικών σκοπιμοτήτων. Από την άλλη όμως, δεν μπορεί η ίδια, επικαλούμενη κομματικές σκοπιμότητες, να σηκώνει τα χέρια ψηλά. Ναι, υπάρχει πρόβλημα και το βάρος της ευθύνης πίπτει πρωτίστως στο Προεδρικό. Οφείλει να βρει τρόπους επικοινωνίας ή καλύτερης συνεννόησης με τα κόμματα, ή τέλος πάντων να λύσει ένα ζήτημα που εκ των πραγμάτων γνώριζε ότι θα αντιμετώπιζε. Πόσες φορές ρωτήθηκε προεκλογικά ο Νίκος Χριστοδουλίδης για το πώς διαχειριστεί το συγκεκριμένο ζήτημα; Πολλές φορές και η απάντηση ήταν πάντα η ίδια. Έλεγε πώς δεν θα είναι η πρώτη κυβέρνηση που δεν θα έχει πλειοψηφία στη Βουλή και ότι οι βουλευτές δεν θα μπορούν να απορρίπτουν ένα νομοσχέδιο όταν αυτό είναι προς όφελος της κοινωνίας. Με άλλα λόγια, θα έβαζαν οι πολίτες πίεση προς τα κόμματα για να ψηφίζουν υπέρ. Στη θεωρία ακούγεται πολύ ωραία η συγκεκριμένη προσέγγιση. Στην πράξη όμως, δεν φαίνεται να λειτουργεί και μέχρι τις επόμενες εκλογές, για να δικαιώσει ή να «τιμωρήσει» η κοινωνία τα κόμματα μεσολαβεί αρκετό χρονικό διάστημα. Μέχρι τότε, η χώρα δεν μπορεί να πελαγοδρομεί. Η ευθύνη της Κυβέρνησης και του ίδιου του Προέδρου Χριστοδουλίδη ενυπάρχει αλλά, δεν σημαίνει από την άλλη ότι απαλλάσσει τη Βουλή και συγκεκριμένα κόμματα από τις δικές τους ευθύνες. Κανένας δεν νομιμοποιείται να ασκεί πολιτική «πικκαρίσματος» και ρεβανσισμού. Και αυτό αφορά και τον ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ, χωρίς να σημαίνει ότι έχουμε την εντύπωση ότι λειτουργούν με αυτή την λογική.
Σε κάθε περίπτωση, αυτό που διαφαίνεται πλέον ως επιτακτική αναγκαιότητα, είναι ότι θα πρέπει να βρεθούν τρόποι επικοινωνίας και συνεννόησης της εκτελεστικής με τη νομοθετική εξουσία. Έρχονται καίρια ζητήματα: η εφαρμογή της μεταρρύθμισης για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τα προβλήματα του ΓΕΣΥ, ο πληθωρισμός και άλλα που θα προκύψουν στην πορεία. Τι θα γίνει; Κάποιος θα πρέπει να θέσει «το δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων» για τις επερχόμενες πολιτικές εξελίξεις.