Άστραψε και βρόντηξε, όρθωσε ανάστημα, χτύπησε το χέρι στο τραπέζι, διέρρηξε τα ιμάτιά του, έτριξε τα δόντια, έσφιξε τα λουριά και ποιος τον είδε και δεν τον φοβήθηκε. Στον δήμαρχο Λευκωσίας αναφέρομαι, για τον οποίο δεν αποτελεί καν θέμα συζήτησης το αν το νέο κτήριο της Βουλής θα ανεγερθεί εντός των δημοτικών ορίων της πρωτεύουσας. Ήταν τόσο κάθετος, που οι όποιες σκέψεις για δημιουργία του νέου Παλατιού της Σοφίας στην είσοδο της πόλης εξανεμίστηκαν εν τη γενέσει τους.
 
Η δουλειά, βέβαια, για τον… αναμορφωτή του κοινοβουλίου Δημήτρη Συλλούρη και τους υπόλοιπους ένθερμους υποστηρικτές της νέας Βουλής, έγινε. Δεν συζητάμε πλέον το «αν», αλλά το «πού». Τα χρήματα που δαπανήθηκαν για την επέκταση και ανακαίνιση του υφιστάμενου κτηρίου πάνε στράφι, αφού έχει κριθεί ότι οι πενηνταέξι (56) βουλευτές χρειάζονται περισσότερη ευρυχωρία και πιο λειτουργικό περιβάλλον για να μας υπηρετούν με μεγαλύτερη άνεση.
 
Προσωπικά, θεωρώ ότι με τα υφιστάμενα οικονομικά δεδομένα, το μέγεθος της χώρας, αλλά και το πολιτικό πρόβλημα σε εκκρεμότητα η ανέγερση νέου κοινοβουλίου είναι περιττή πολυτέλεια. Σίγουρα πολύ πιο περιττή, π.χ. από το Μέγαρο Πολιτισμού η ιδέα του οποίου, με την πολεμική που δέχτηκε, καταχωρήθηκε στη λαϊκή συνείδηση ως μνημείο σπατάλης.
 
Ο δήμαρχος, πάντως, δεν ήταν τόσο κάθετος όταν ο Συλλούρης πετούσε τη φαεινή ιδέα να μετατρέψει σε αίθουσα της ολομέλειας το στοιχειωμένο Δημοτικό Θέατρο, αφήνοντας οριστικά την πρωτεύουσα μόνο με το Παλλάς, το πάλαι ποτέ τσοντάδικο. Ούτε εξεμάνη όταν με πρόφαση την οικονομική κρίση το Κράτος ξάφριζε το ταμείο προς ανέγερση του Κυπριακού Μουσείου και το καταπίστευμα των 40 και πλέον εκατομμυρίων ευρώ περνούσε στη σφαίρα της θεωρίας και της φαντασίας. Το ότι το μουσείο έπρεπε να ήταν έτοιμο εδώ και χρόνια δεν φαίνεται να εξοργίζει κανέναν εκεί στον δήμο. Παράλληλα, ενώ η επιλογή για το αρχιτεκτονικό σχέδιο έχει –επιτέλους- γίνει εδώ και ένα χρόνο, η συζήτηση για μεταστέγαση των υπηρεσιών του ΥΠΕΣ και απομάκρυνση των ακαλαίσθητων λυόμενων κτηρίων από το παλιό νοσοκομείο, καλά κρατεί.
 
Δεν είδα τον Κωνσταντίνο Γιωρκάτζη να σκοτίζεται ιδιαίτερα και να ασκεί οποιαδήποτε πίεση για την περιλάλητη ανέγερση της νέας Κυπριακής Βιβλιοθήκης, το ζήτημα της οποίας έχει μείνει στην οριοθέτηση του τεμαχίου στην περιοχή της Αρχιγραμματείας. Στο «γενικά και αόριστα» παραμένει ένα έργο που έπρεπε εδώ και δεκαετίες να είχε ήδη βγάλει την Κύπρο από τον βιβλιοθηκονομικό μεσαίωνα, όμως κανείς δεν διαμαρτύρεται.
 
Δέχομαι ότι αυτό είναι ζήτημα κυβερνητικής πολιτικής και δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία της τοπικής αρχής. Την άποψή του όμως για τη σημασία του θεσμού της Βιβλιοθήκης, ο δήμαρχος την έχει εκφράσει έμπρακτα όταν πριν μερικούς μήνες αποφάσιζε, στα μουλωχτά, να μετατρέψει την Αχίλλειο Δημοτική Βιβλιοθήκη σε υπηρεσία εξυπηρέτησης των δημοτών και γραφείο της Τεχνικής Υπηρεσίας. Κι έτσι, πάει κάποιος να δανειστεί ένα βιβλίο και τον ρωτούν αν θα πληρώσει εξώδικο ή τον λογαριασμό για τα σκύβαλα.
 
Ο Δήμος ισχυρίζεται ότι η «λύση» αυτή είναι προσωρινή και οφείλεται στην ολοένα κλιμακούμενη έλλειψη χώρων για τη στέγαση των υπηρεσιών του. Σκέφτηκαν λοιπόν τα ξυπνοπούλια ότι αφού δεν πατάει ψυχή έτσι κι αλλιώς στον ωραίο χώρο της Αχιλλείου, ας τοποθετήσουμε εκεί μερικές υπηρεσίες να μάθουν και οι δημότες τον χώρο. Προσωρινά. Μέχρι, ας πούμε, να ολοκληρωθεί το νέο Δημαρχείο. Δηλαδή, ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι.
 
Όπως σωστά έχει επισημάνει ο φίλος Λάκης Καλλίνος, μιλάμε καταρχήν για ξεκάθαρη παραβίαση των συμφωνηθέντων το 1984 όρων της δωρεάς του Κώστα Μ. Πική, που όριζε ότι ο δωρεοδόχος υποχρεούται εις το διηνεκές να λειτουργεί το κτήριο ως βιβλιοθήκη και να το διατηρεί σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση. Όμως πέραν αυτού το ζήτημα είναι πρώτιστα ηθικό, αλλά και ενδεικτικό της νοοτροπίας και των προτεραιοτήτων μιας κοινωνίας, όπου οι πολιτιστικές υποδομές ιεραρχούνται όχι απλώς κάτω από το κτήριο της Βουλής, αλλά κάτω κι από τα σκύβαλα.