Τόσα χρόνια η γκρίνια από τους «γραφικούς» έδινε κι έπαιρνε για την ανάγκη η Κύπρος ν’ ανοίξει τα μάτια της και να αξιοποιήσει τις προοπτικές για την ανάπτυξη της βιομηχανίας του κινηματογράφου. Τελικά, ήταν να μη πάρουμε φόρα. Σε λίγο, έτσι όπως πάμε, η βιομηχανία του κινηματογράφου θα βρει τη νέα της Μέκκα στην Ανατολική Μεσόγειο και λίαν συντόμως θα μετακομίσουν στην πατρίδα του «κόψε κάτι» το Χόλιγουντ, το Μπόλιγουντ, το Πάινγουντ, η Τσινετσιτά, το Μπάμπελσμπεργκ και η Cité du Cinéma. Ταυτόχρονα.
Γιατί όχι; Είναι σαφές άλλωστε ότι η Κύπρος είναι ένα απέραντο στούντιο. Της Ντίζνεϊ μάλλον. Ξέχειλο από καρικατουρίστικους χαρακτήρες όπου γελάμε ο ένας με τις γκάφες, τη γραφικότητα και την απερισκεψία του άλλου. Είναι γνωστό, όμως, ότι το γέλιο με το κλάμα είναι γειτόνοι. «La fine del riso è il pianto» λένε οι Ιταλοί. Το τέλος του γέλιου είναι το κλάμα. Καλά γελάμε, λοιπόν, αλλά θα πρέπει κάποτε να σοβαρευτούμε για να μην κλαίμε μετά.
Στο πνεύμα αυτό, ακόμη δεν το είδαμε το κινηματογραφικό στούντιο Olivewood (sic) το βαφτίσαμε κι έχουμε ήδη αρχίσει να στρώνουμε τα κόκκινα χαλιά για τον Ρόμπερτ ντε Νίρο και τους μισούς παραγωγούς και σταρ της 7ης τέχνης. Τι περιμένουμε και δεν ξεκινάμε να φτιάχνουμε και μια Λεωφόρο της Δόξας -αλά Χόλιγουντ Μπούλεβαρντ κι όχι ιμιτασιόν σαν της Αγίας Νάπας- να τα βρούνε όλα έτοιμα οι αστέρες όταν πλακώσουν;
Ορισμένες φορές σκέφτομαι ότι στην Κύπρο ο δρόμος της υπερβολής οδηγεί μαθηματικά στο παλάτι της βλακείας. Αφήστε τι έλεγε ο Ουίλιαμ Μπλέικ. Είναι άραγε γενετικό το ζήτημα ή ιδιοσυγκρασιακό; Πρέπει τα πάντα εδώ να τα παίρνουμε και να τα τεντώνουμε μέχρι εκεί που δεν πάει. Η υπόθεση με τη μωροφιλόδοξη κυπριακή κινηματογραφική βιομηχανία μου θυμίζει εκείνη τη λαϊκή ιστορία με την κόρη της παντρειάς που όταν ήρθε ο προξενητής στο σπίτι και κατέβηκε στο κελάρι για να τον φιλέψει κρασί, άφησε την κάνουλα ανοιχτή και συλλογιζόταν τον γάμο της και πώς θα βγάλει το παιδί που ΘΑ έκανε. Και το κρασί έτρεχε άσκοπα.
Όχι μόνο δεν χρειάζεται καμιά βιασύνη, αλλά πρέπει ο εμπλεκόμενοι να αναλογιστούν πολύ σοβαρά τα διεθνή δεδομένα στη βιομηχανία του σινεμά, να εκτιμήσουν τις πραγματικές δυνατότητες και προοπτικές για να εντοπιστεί ο ρόλος που μπορεί να διαδραματίσει η περίπτωση της Κύπρου μέσα σ’ αυτή. Η κινηματογραφία δεν καθόταν τόσες δεκαετίες να περιμένει καρτερικά πότε οι Κύπριοι θα δόξουν να βγουν από τον (γενικό) λήθαργο, για να βρει εδώ το νέο της Ελντοράντο. Προχωρούσε και εξελισσόταν κανονικά και υπάρχουν χώρες, μικρές στο μάτι, που έχτιζαν τις βάσεις επί δεκαετίες για να μπορούν σήμερα να δρέπουν τους καρπούς.
Όπου, λοιπόν, ακούς παχύ χαλί κράτα και μικρό βεργί. Και να μη ξεχνάμε ότι το χαλί από το χάλι δεν έχουν παρά έναν τόνο διαφορά. Όπως για όλα, χρειάζεται χρόνος, μελέτη και σοβαρότητα. Και πρέπει επίσης να υπολογίσουμε το γεγονός ότι σε μια πολιτιστικά υποανάπτυκτη χώρα, αν ένα επιχειρηματικό πλάνο καλλιτεχνικής φύσης ανατεθεί μόνο σε τεχνοκράτες, λογιστές και φοροτεχνικούς είναι καταδικασμένο σε αποτυχία. Σημαντικοί κοινωνικοί εταίροι, όπως οι ντόπιοι επαγγελματίες του χώρου πρέπει να είναι άμεσα αναμεμιγμένοι στη νέα κατάσταση πραγμάτων κι αυτοί είναι οι οποίοι θα πρέπει να επωφεληθούν πρώτα και κύρια. Από δημιουργικής απόψεως.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι εδώ δεν είναι ΗΠΑ. Τα προϊόντα του οπτικοακουστικού τομέα δεν μπαίνουν στον ίδιο ντορβά με τα αυτοκίνητα, τα ψυγεία και τις λεκάνες της τουαλέτας. Συγκαταλέγονται στα ιδιαίτερα στοιχεία του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
savvinides@phileleftheros.com