Το σημερινό κείμενο δεν απευθύνεται στον αναγνώστη του 2018. Μην το διαβάσετε. Προσπεράστε το. Είναι σαν γράμμα σε μπουκάλι που ρίχτηκε στη θάλασσα του χρόνου. Από επαγγελματική μωροφιλοδοξία καμιά φορά αναλογιζόμαστε ότι οι παγωμένες λέξεις που πληκτρολογούμε σχεδόν μηχανικά σήμερα, κάποτε στο μέλλον θα τύχει να πέσουν στην αντίληψη κάποιου αργόσχολου ερευνητή, φοιτητή ή χομπίστα για να διασκεδάσει με τα ευτελή ρετρό προβλήματα που απασχολούν την παλιακή μας επικαιρότητα. Ευτυχώς, πάντως, που όσα γράφω φυλάσσονται και εντύπως σε κάποιο κλιματιζόμενο υπόγειο του ΓΤΠ και δεν κινδυνεύουν να τα φάει η μαρμάγκα της διαδικτυακής απεραντότητας.
Αν λοιπόν, φίλτατε μελλοντικέ αναγνώστη, διαβάζεις τις γραμμές τούτες, μάλλον σημαίνει ότι δεν υπάρχει και λόγος να το κάνεις, εκτός από την περιέργεια. Έπεσα έξω. Όλα τελικά πήγαν καλά, ο κόσμος τη σκαπούλαρε πάλι, ο δίποδος ολετήρας έβαλε μυαλό και το νερό έχει κυλήσει στ’ αυλάκι για μια καλύτερη, δικαιότερη, προοδευτικότερη, οικολογικά ισορροπημένη κοινωνία με ψαράδες που γράφουν ποιήματα και ποιητές που πιάνουν ψάρια και πουλιά στον αέρα. Ο Κεμάλ (όχι ο Ατατούρκ) ξύπνησε κι ο κόσμος αυτός επιτέλους άλλαξε. Διότι αν δεν συνέβαινε αυτό, το κείμενό μου λογικά θα το «διαβάζανε» και θα το τιμούσαν δεόντως μόνον οι κατσαρίδες.
Την ώρα που γράφονται πάντως αυτές οι γραμμές, τα πράγματα είναι πολύ σκούρα. Αυτό το ανεύθυνο, προβλέψιμα αυτοκαταστροφικό ον που θρώσκει άνω, κάτω, δεξιά, αριστερά, παντού εκτός από μπροστά, όπως πάει δεν πρόκειται να δει καπνόν αναθρώσκοντα στη Γη της Επαγγελίας ούτε τον αιώνα τον άπαντα. Συνεχώς επιστρέφει στον κακό εαυτό του, θέλει να ζήσει την πανωλεθρία από την αρχή. Όλα τα κακά όμως έχουν κάποτε κι ένα οριστικό τέλος. Και αμετάκλητο.
Ποιο είναι λοιπόν το πραγματικό πρόβλημα της εποχής μας; Η άνοδος του ακραίου εθνικισμού, που με απλά μαθηματικά να το δεις οδηγεί κατευθείαν στον όλεθρο; Μα αυτό δεν είναι πρόβλημα, είναι σύμπτωμα. Το πρόβλημα, φρονώ, ότι είναι πάντα το ίδιο: η ίδια η φύσις του ανθρώπου. Ενάντια στην οποία πολεμά αιώνες τώρα – χλιαρά, μη φανταστείτε. Κάπως έτσι φτάσαμε σήμερα σε μια κατάσταση όχι κρίσης, αλλά αποσύνθεσης. Δεν μιλώ φυσικά με οικονομικούς όρους, διότι η οικονομία είναι απλώς ένα μέσο του βίου μας, όχι αυτοσκοπός. Μιλώ για την εξαθλίωση, ηθική, πολιτική, πνευματική, κοινωνική, για την ξέφρενη τυφλή κούρσα του υλισμού προς τον τελεσίδικο αφανισμό.
Η αθλιότητα, η γλίτσα της εξωφρενικής οικονομικής ανισορροπίας έφερε στο προσκήνιο σαν τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή τις ψυχοπαθητικής μορφής ιδεολογίες που κλείνουν τους ζαλισμένους πολίτες στα μισανθρωπικά τους καβούκια. Τα πνεύματα ολοένα και οξύνονται, ένας μετά τον άλλο όλο και περισσότεροι μεταμορφώνονται σε παχύδερμα βγαλμένα από ιονεσκικό εφιάλτη, με αλάνθαστη συνταγή για όλους: πρώτα φοβούνται, μετά μιλάνε για τα ιδανικά της «ξεχωριστής» τους πατρίδας, τη φυσική και πολιτισμική ανωτερότητα, ύστερα φταίνε οι γείτονες, οι προαιώνιοι εχθροί, οι διεκδικητές του ζωτικού μας χώρου, οι ξένοι, οι αδύναμοι, οι διαφορετικοί. Ο αργοναύτης Σεφέρης, βέβαια, ήταν σαφής: τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε τον καθρέφτη.
Στο τελευταίο στάδιο του εθνικιστικού καρκίνου το πιο χαρακτηριστικό σύμπτωμα είναι ο εντοπισμός του «εσωτερικού εχθρού». Εκεί ακριβώς που αρχίζει ο εκφυλισμός. Δεν υπάρχει πιο σίγουρος δρόμος για την κόλαση από αυτόν. Με τα πνεύματα οξυμένα, τον ηθικό μπούσουλα χαμένο, αλλά και σε μια κοινωνία που αρέσκεται να βάζει ταμπέλες, με ροπή στον διχασμό και την πόλωση και φυσική αποστροφή προς την αντίθετη άποψη, ανοίγει διάπλατα η λεωφόρος προς τον Αρμαγεδδώνα.
Δεν τρέφω αυταπάτες, δεν πιστεύω ότι η ανθρωπότητα θα πάψει ποτέ να κατατρύχεται από ματαιότητες και ψευδαισθήσεις. Κι από την ιστορία δεν διδασκόμαστε γνωστικά, αλλά μόνο βιωματικά και συνήθως όταν είναι αργά. Πλέον όμως είναι ΠΟΛΥ αργά, λίγο πριν τα όρια του μη αναστρέψιμου, αρκεί ένα μικρό βήμα για να το δρασκελίσουμε. Δεν έχουμε πλέον ούτε την πολυτέλεια να αντέξουμε μια ακόμη μεγάλη καταστροφή που θα προκαλέσει μια ενδεχόμενη βίαιη αφύπνιση. Δεν μπορούμε να βασιστούμε καν στην κοινή λογική, που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ήταν αυτή που κάποτε μας έλεγε ότι… η γη είναι επίπεδη.
Αν λοιπόν, φίλτατε μελλοντικέ αναγνώστη, διαβάζεις τις γραμμές τούτες, μάλλον σημαίνει ότι δεν υπάρχει και λόγος να το κάνεις, εκτός από την περιέργεια. Έπεσα έξω. Όλα τελικά πήγαν καλά, ο κόσμος τη σκαπούλαρε πάλι, ο δίποδος ολετήρας έβαλε μυαλό και το νερό έχει κυλήσει στ’ αυλάκι για μια καλύτερη, δικαιότερη, προοδευτικότερη, οικολογικά ισορροπημένη κοινωνία με ψαράδες που γράφουν ποιήματα και ποιητές που πιάνουν ψάρια και πουλιά στον αέρα. Ο Κεμάλ (όχι ο Ατατούρκ) ξύπνησε κι ο κόσμος αυτός επιτέλους άλλαξε. Διότι αν δεν συνέβαινε αυτό, το κείμενό μου λογικά θα το «διαβάζανε» και θα το τιμούσαν δεόντως μόνον οι κατσαρίδες.
Την ώρα που γράφονται πάντως αυτές οι γραμμές, τα πράγματα είναι πολύ σκούρα. Αυτό το ανεύθυνο, προβλέψιμα αυτοκαταστροφικό ον που θρώσκει άνω, κάτω, δεξιά, αριστερά, παντού εκτός από μπροστά, όπως πάει δεν πρόκειται να δει καπνόν αναθρώσκοντα στη Γη της Επαγγελίας ούτε τον αιώνα τον άπαντα. Συνεχώς επιστρέφει στον κακό εαυτό του, θέλει να ζήσει την πανωλεθρία από την αρχή. Όλα τα κακά όμως έχουν κάποτε κι ένα οριστικό τέλος. Και αμετάκλητο.
Ποιο είναι λοιπόν το πραγματικό πρόβλημα της εποχής μας; Η άνοδος του ακραίου εθνικισμού, που με απλά μαθηματικά να το δεις οδηγεί κατευθείαν στον όλεθρο; Μα αυτό δεν είναι πρόβλημα, είναι σύμπτωμα. Το πρόβλημα, φρονώ, ότι είναι πάντα το ίδιο: η ίδια η φύσις του ανθρώπου. Ενάντια στην οποία πολεμά αιώνες τώρα – χλιαρά, μη φανταστείτε. Κάπως έτσι φτάσαμε σήμερα σε μια κατάσταση όχι κρίσης, αλλά αποσύνθεσης. Δεν μιλώ φυσικά με οικονομικούς όρους, διότι η οικονομία είναι απλώς ένα μέσο του βίου μας, όχι αυτοσκοπός. Μιλώ για την εξαθλίωση, ηθική, πολιτική, πνευματική, κοινωνική, για την ξέφρενη τυφλή κούρσα του υλισμού προς τον τελεσίδικο αφανισμό.
Η αθλιότητα, η γλίτσα της εξωφρενικής οικονομικής ανισορροπίας έφερε στο προσκήνιο σαν τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή τις ψυχοπαθητικής μορφής ιδεολογίες που κλείνουν τους ζαλισμένους πολίτες στα μισανθρωπικά τους καβούκια. Τα πνεύματα ολοένα και οξύνονται, ένας μετά τον άλλο όλο και περισσότεροι μεταμορφώνονται σε παχύδερμα βγαλμένα από ιονεσκικό εφιάλτη, με αλάνθαστη συνταγή για όλους: πρώτα φοβούνται, μετά μιλάνε για τα ιδανικά της «ξεχωριστής» τους πατρίδας, τη φυσική και πολιτισμική ανωτερότητα, ύστερα φταίνε οι γείτονες, οι προαιώνιοι εχθροί, οι διεκδικητές του ζωτικού μας χώρου, οι ξένοι, οι αδύναμοι, οι διαφορετικοί. Ο αργοναύτης Σεφέρης, βέβαια, ήταν σαφής: τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε τον καθρέφτη.
Στο τελευταίο στάδιο του εθνικιστικού καρκίνου το πιο χαρακτηριστικό σύμπτωμα είναι ο εντοπισμός του «εσωτερικού εχθρού». Εκεί ακριβώς που αρχίζει ο εκφυλισμός. Δεν υπάρχει πιο σίγουρος δρόμος για την κόλαση από αυτόν. Με τα πνεύματα οξυμένα, τον ηθικό μπούσουλα χαμένο, αλλά και σε μια κοινωνία που αρέσκεται να βάζει ταμπέλες, με ροπή στον διχασμό και την πόλωση και φυσική αποστροφή προς την αντίθετη άποψη, ανοίγει διάπλατα η λεωφόρος προς τον Αρμαγεδδώνα.
Δεν τρέφω αυταπάτες, δεν πιστεύω ότι η ανθρωπότητα θα πάψει ποτέ να κατατρύχεται από ματαιότητες και ψευδαισθήσεις. Κι από την ιστορία δεν διδασκόμαστε γνωστικά, αλλά μόνο βιωματικά και συνήθως όταν είναι αργά. Πλέον όμως είναι ΠΟΛΥ αργά, λίγο πριν τα όρια του μη αναστρέψιμου, αρκεί ένα μικρό βήμα για να το δρασκελίσουμε. Δεν έχουμε πλέον ούτε την πολυτέλεια να αντέξουμε μια ακόμη μεγάλη καταστροφή που θα προκαλέσει μια ενδεχόμενη βίαιη αφύπνιση. Δεν μπορούμε να βασιστούμε καν στην κοινή λογική, που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ήταν αυτή που κάποτε μας έλεγε ότι… η γη είναι επίπεδη.
savvinides@phileleftheros.com