Η υπόθεση της 12χρονης, θύματος σεξουαλικής εκμετάλλευσης, χτύπησε βίαια ένα πολύ ευαίσθητο σημείο μέσα μας. Το νιώσαμε προσωπικά, καταρρεύσαμε στην ιδέα, αγκαλιάσαμε τα παιδιά μας, εκτονωθήκαμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, θέλοντας να σιγουρευτούμε ότι στον ηθικό κώδικα όλων μας, ο βιασμός ενός παιδιού είναι γραμμένος με τις ίδιες λέξεις.
Μία από τις χειρότερες πτυχές της υπόθεσης είναι η σκέψη ότι 213 άντρες επικοινώνησαν με σκοπό να αγοράσουν τις «υπηρεσίες» του παιδιού. Άντρες υπεράνω υποψίας, όπως μας πληροφορούν μέρα νύχτα τα κανάλια. Αν και ακραία, η περίπτωση του κοριτσιού στην Ελλάδα, είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι τα ανήλικα θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης αριθμούν μερικά εκατομμύρια. Σύμφωνα με τη UNICEF πέραν των 2 εκατομμυρίων παιδιών τον χρόνο εξωθούνται στην πορνεία.
Τα τελευταία χρόνια τα κυκλώματα αναζητούν όλο και νεαρότερα κορίτσια, γιατί αυτό υπαγορεύει η ζήτηση από τους πελάτες. Οι άντρες που αγοράζουν σεξ φαίνεται να διαμορφώνουν μία προτίμηση στις μικρές έως πολύ μικρές ηλικίες. Αν θέλουμε λοιπόν να δούμε λίγο πέρα από το σοκ, τον αποτροπιασμό και τη φρίκη, αν θέλουμε να βρούμε λύσεις πέρα από τον ευνουχισμό, την κρεμάλα και άλλες σαδιστικές τιμωρίες, ας ανοίξουμε τη συζήτηση για τον πελάτη. Τον άντρα που αγοράζει σεξ, συντηρώντας οικονομικά το οργανωμένο έγκλημα το οποίο βρίσκεται πίσω από την πορνεία και για να καλύψει την τεράστια ζήτηση, ψάχνει κάθε μέρα για φρέσκο «εμπόρευμα».
Ο μύθος της «χαρούμενης πόρνης» συντηρείται κυρίως για να κατευνάζει τη συνείδηση του αγοραστή. Αν δει κάποια έκφραση πόνου στο πρόσωπο της γυναίκας ή του κοριτσιού, να μπορέσει να την προσπεράσει με τη σκέψη ότι «βγάζει καλά λεφτά», ή «μάλλον της αρέσει», ή «αν δεν ήθελε θα έφευγε». Η αλήθεια είναι ότι τα λεφτά τα κρατάει ο μαστροπός, η γυναίκα σίγουρα δεν το απολαμβάνει και κατά κανόνα δεν μπορεί να δραπετεύσει.
Η Σουηδία υπήρξε η πρώτη χώρα στον κόσμο, η οποία το 1999, εκτός από τον μαστροπό και τον διακινητή, έβαλε στο στόχαστρο της νομοθεσίας τον πελάτη. Η αγορά σεξουαλικών υπηρεσιών είναι παράνομη για περισσότερα από 20 χρόνια στη χώρα κι αυτό δημιούργησε ένα πολύ αφιλόξενο περιβάλλον για τη βιομηχανία του σεξ ρίχνοντας κάθετα τους αριθμούς, αλλά και τους δείκτες εγκληματικότητας.
Το επιτυχημένο σουηδικό μοντέλο ακολούθησαν αρκετές χώρες έκτοτε, όπως οι, Νορβηγία, Ισλανδία, Γαλλία, Ιρλανδία, Καναδάς. Το 2019 η Κύπρος υιοθέτησε τη φιλοσοφία αυτού του μοντέλου με νομοθεσία που ποινικοποιεί την αγορά σεξουαλικών υπηρεσιών από θύμα σωματεμπορίας. Δυστυχώς, οι ποινές είναι μηδαμινές, ο νόμος δεν εφαρμόζεται και προσφέρει στους πελάτες το άλλοθι ότι δεν ήξεραν ότι η γυναίκα είναι θύμα. Οι ελάχιστες έως τώρα καταδίκες που επιτεύχθηκαν δεν αντανακλούν την πραγματικότητα.
Η Κύπρος, με το θλιβερό παρελθόν της ακραίας σεξουαλικής εκμετάλλευσης γυναικών στα καμπαρέ για περισσότερο από μια εικοσαετία, συντηρεί βαθιά ριζωμένη στον ανδρικό πληθυσμό την κουλτούρα αποδοχής του πληρωμένου σεξ. Η ευθύνη του πελάτη, όμως, δεν αφορά μόνο τον άντρα πελάτη. Είναι συλλογική και πολύπλευρη. Είναι η αποτυχία κοινωνίας και πολιτείας να ξεκαθαρίσουν στα αγόρια και τους άντρες ότι το γυναικείο σώμα δεν είναι αγαθό προς πώληση. Ότι οι γυναίκες, είτε 12 χρονών είτε 25, δεν είναι ενοικιαζόμενες τρύπες.