Η έγκαιρη λήψη δικαστικών μέτρων για προώθηση δικαιώματος προστατεύει τον ενάγοντα από την υπεράσπιση της παραγραφής και της ολιγωρίας, όταν αυτή προκαλεί δυσμενή επηρεασμό στα δικαιώματα του εναγόμενου. Η επίκληση του δόγματος της καθυστέρησης και της ολιγωρίας αποτελεί υπεράσπιση νοουμένου ότι ο εναγόμενος εγείρει το ζήτημα στην υπεράσπιση του και δικογραφεί το δυσμενή επηρεασμό ή τις συνέπειες εξαιτίας της. Ο ενάγοντας κρίνεται κατά πόσο ένεκα της επίδειξης ολιγωρίας από μέρους του θεωρείται ότι αποποιήθηκε ή απεμπόλησε το δικαίωμα του κατά τρόπο που να μην του παρέχεται πλέον θεραπεία. Το δικαστήριο στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του εξουσίας θα εξετάσει εάν υπάρχει επηρεασμός του εναγόμενου λόγω της ολιγωρίας και ότι δεν είναι πλέον δίκαιο να επιτρέψει στον ενάγοντα να προωθήσει την αξίωση του. Το δόγμα της καθυστέρησης ή της συναίνεσης ή του κωλύματος μπορεί να εγερθεί και σε αξιώσεις που αφορούν ιδιοκτησιακά δικαιώματα εάν οι περιστάσεις που μεσολάβησαν επηρεάζουν τον εναγόμενο.

Η σημασία του δόγματος της ολιγωρίας υποδεικνύεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Π.Ε.81, 82, 83/2014 ημερ. 28.6.2022 που εξέδωσε η μέχρι πρότινος Πρόεδρος κα Π. Παναγή κατά την εξέταση παραπόνου εναγομένων ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα θεώρησε ότι δεν ευσταθούσε η εισήγηση τους για απόρριψη των αγωγών λόγω ολιγωρίας των εναγόντων στη λήψη δικαστικών μέτρων. Εισηγούνταν ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα έκρινε ότι η καθυστέρηση δεν επηρέαζε τα δικαιώματα οποιουδήποτε, αφού παραγνωρίζει συγκεκριμένα επιγενόμενα μέμο και αναγκαστικές πωλήσεις. 

Η Πρόεδρος στην απόφαση της δεν αποδέχθηκε την εισήγηση αυτή, αναφέροντας ότι η νομολογία αναγνωρίζει ότι η υπερβολική καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής, δημιουργεί κώλυμα στη χορήγηση θεραπείας του δικαίου της επιείκειας (το δόγμα της ολιγωρίας). Το θέμα της ολιγωρίας εξετάζεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και, αναφερόμενη σε νομολογία, υπέδειξε ότι όπου ο ενάγων έχει δείξει με τη συμπεριφορά του ότι αποποιήθηκε ή απεμπόλησε τα δικαιώματα του, δεν του παρέχεται θεραπεία. Η ολιγωρία από μόνη της δεν είναι αρκετή για να αποτελέσει εμπόδιο στη χορήγηση θεραπείας. Ο εναγόμενος θα πρέπει να δείξει ότι μέχρι την έγερση της αγωγής έχουν μεσολαβήσει τέτοιες ενέργειες ώστε το συμφέρον της δικαιοσύνης να εξυπηρετείται με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της αιτούμενης θεραπείας. Ότι, δηλαδή, επηρεάστηκε δυσμενώς εξαιτίας της ολιγωρίας.

Οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί των εναγόντων ήταν ότι αγόρασαν διαμερίσματα σε πολυκατοικία μεταξύ των ετών 1980 – 1985 και καταχώρησαν τις αγωγές τους το 2007. Παρόλο που ο καθένας από τους ενάγοντες συμμορφώθηκε πλήρως προς τους όρους του αγοραπωλητηρίου εγγράφου που υπέγραψε, οι εναγόμενοι αδικαιολόγητα αμελούσαν και/ή αρνούνταν να προβούν στις αναγκαίες ενέργειες για τη δημιουργία ξεχωριστής εγγραφής των διαμερισμάτων και την έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας. Οι ενάγοντες διεκδίκησαν και πέτυχαν την έκδοση διαταγμάτων εναντίον των εναγομένων να προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες και διαβήματα για την εξασφάλιση των απαιτούμενων από τον Νόμο πιστοποιητικών και/ή αδειών και για τη δημιουργία ξεχωριστής εγγραφής των διαμερισμάτων που κατέχουν οι ενάγοντες εντός τακτής προθεσμίας και στη συνέχεια να προβούν στην επί ονόματι των εναγόντων μεταβίβαση και εγγραφή των διαμερισμάτων.

Εν προκειμένω, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε στην απόφασή του ότι παρά την ανεπάρκεια της δικογράφησης του θέματος, εφόσον ελλείπει οποιοσδήποτε ισχυρισμός στην υπεράσπιση για δυσμενείς για τους εναγόμενους συνέπειες εξαιτίας της ολιγωρίας, το πρωτόδικο δικαστήριο εξέτασε τη θέση των εναγομένων καταλήγοντας ορθά ότι η καθυστέρηση δεν επηρέασε τα δικαιώματα οποιουδήποτε ιδιαίτερα των εναγομένων. Αυτό γιατί σε περίπτωση επιτυχίας των αγωγών και μεταβίβασης των διαμερισμάτων στους αγοραστές, οι εναγόμενοι θα επηρεάζονταν θετικά. Το πρωτόδικο δικαστήριο παρατήρησε επίσης ότι οι εναγόμενοι δεν βρέθηκαν σε αδυναμία να αντιμετωπίσουν την υπόθεση των εναγόντων. 

Πρόσθεσε ότι το κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση ενός διατάγματος είναι διαφορετικό από την αδυναμία ή τη δυσχέρεια συμμόρφωσης με αυτό. Οι ενάγοντες στοιχειοθέτησαν τις προϋποθέσεις έκδοσης των ζητούμενων διαταγμάτων και το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια χορήγησε την αιτούμενη θεραπεία. Δεν φαίνεται να είχε τεθεί υπόψη του πρωτόδικου δικαστηρίου η ύπαρξη οποιουδήποτε λόγου ο οποίος, στο πλαίσιο της κατά δικαστικό τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του, θα επέτρεπε τη μη έκδοση των διαταγμάτων. Τα μέμο και αναγκαστικές πωλήσεις δεν επιβάρυναν τα μερίδια των εναγομένων και δη από ολιγωρία των εναγόντων ούτε υπήρξε τέτοια εισήγηση πρωτόδικα. 

* Δικηγόρος στη Λάρνακα