Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει αποκλείσει τη Ρωσία από την εκπροσώπηση σε κάθε μεγάλη αθλητική ή καλλιτεχνική διεθνή διοργάνωση. Ο διαγωνισμός της Eurovision δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση από αυτό. Χωρίς να τίθεται κανένα ζήτημα κατά πόσον αυτή η πρακτική είναι σωστή ή όχι – άλλωστε ποιος διαφωνεί με το γεγονός ότι μία χώρα που επιτίθεται δεν μπορεί να είναι αποδεκτή σε πολιτιστικές δραστηριότητες σαν να μην συμβαίνει τίποτα – η επιλεκτική διαχείριση σε τέτοιες περιπτώσεις στο παρελθόν μπορεί να περιγραφεί με πολλές λέξεις. Η πρώτη όμως που έρχεται στο μυαλό είναι η υποκρισία. 

Από το 2019, ήδη η διοργάνωση του διαγωνισμού της Eurovision στο Ισραήλ και η διαφαινόμενη αδιαφορία των διαγωνιζομένων για τα εγκλήματα που διαπράττει συστηματικά το κράτος του Ισραήλ σε βάρος του Παλαιστινιακού λαού, νομιμοποιώντας τα με την παρουσία τους, αναδείκνυε την έλλειψη αντανακλαστικών και την αδυναμία αντίστασης από το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας. Σε τελική ανάλυση, το Ισραήλ κυβερνάται όλα αυτά τα χρόνια από κυβερνήσεις που εφαρμόζουν συγκεκριμένη πολιτική απέναντι στο λαό της Παλαιστίνης, απολαμβάνοντας τη στήριξη των ΗΠΑ, της ΕΕ, του ΝΑΤΟ, ακόμα και της “Αριστερής” τότε κυβέρνησης του Σύριζα στην Ελλάδα ή της Κυπριακής Δημοκρατίας, που τα ζητήματα εισβολής και κατοχής θα έπρεπε να είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητα. Αυτή η υποκριτική στάση βρίσκεται σε αναντιστοιχία με τις αποφάσεις που σήμερα αποκλείουν τη Ρωσία, καταδεικνύοντας το πολιτικό παιχνίδι και όχι την ουσία.

Σήμερα αποκλείεται από την Eurovision η Ρωσία για την εισβολή στην Ουκρανία, ποτέ όμως δεν είχε αποκλειστεί η Μεγάλη Βρετανία, ούτε όταν μαζί με τις ΗΠΑ είχε επιτεθεί στο Ιράκ αλλά ούτε και παλαιότερα στη δεκαετία του ‘50, όταν στην Κύπρο καταδίκαζε έφηβους σε θάνατο. Η δε Τουρκία συμμετείχε για πρώτη φορά σε αυτή τη διοργάνωση το 1975, ένα χρόνο δηλαδή μετά την εισβολή στην Κύπρο. Η μοναδική συμβολική αντίδραση εκφράστηκε τότε από την Ελλάδα, που αποφάσισε να απέχει από το διαγωνισμό. Όμως και αυτή η κίνηση καταγράφηκε επισήμως στην EBU ως “αποχή από το διαγωνισμό για άγνωστους λόγους”. Έπρεπε να μην υπάρχει πουθενά αναφορά σε πολιτική διαμαρτυρία και κριτική στην απόφαση για συμμετοχή στο διαγωνισμό μίας χώρας που λίγους μήνες πριν είχε αιματοκυλίσει μία άλλη. Σήμερα αυτό έχει αλλάξει, τόσο πράττοντας με ευκολία αυτό που έπρεπε να γίνεται πάντα, τον αποκλεισμό δηλαδή μιας χώρας που παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα, όσο και με την ανάδειξη του νικητή του διαγωνισμού ως απόδειξη αλληλεγγύης.

 

Το ξέπλυμα καθεστώτων

Η νομιμοποίηση όμως και το ξέπλυμα καθεστώτων μέσω θεσμών όπως η Eurovision δεν είναι κάτι καινοφανές. Πολλές φορές στο παρελθόν οργανισμοί με μεγαλύτερη ισχύ και επιρροή στην κοινή γνώμη από την EBU (European Broadcasting Union), που βρίσκεται πίσω από αυτό τον διαγωνισμό, έχουν αναθέσει σε εγκληματικά καθεστώτα, όχι μόνο τη συμμετοχή αλλά πολύ περισσότερο τη διοργάνωση εκδηλώσεων, συνδιαλεγόμενα μαζί τους επί ίσοις όροις παρέχοντάς τους αναγνώριση και νομιμοποίηση. Οργανισμοί όπως η ΔΟΕ (Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή) ή η FIFA (Παγκόσμια Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία), με εσωτερικές διαδικασίες αξιολόγησης υποψηφιοτήτων, επιλέγουν τις χώρες που θα διοργανώσουν εκδηλώσεις με μεγαλύτερη απήχηση όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες ή το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου, έχοντας πλήρη γνώση των συνθηκών που επικρατούν στις χώρες που επιλέγονται.

Έτσι, δεν μπορεί κανένας να κατηγορήσει τον Σπύρο Λούη, τον θρυλικό νικητή του Μαραθωνίου των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων του 1896, όταν σαράντα χρόνια μετά τη νίκη του στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936, που οι Αθάνατοι της ΔΟΕ είχαν αναθέσει στη ναζιστική Γερμανία, παρέδιδε ένα κλαδί ελιάς στον Χίτλερ, ούτε φυσικά τους αθλητές που συμμετείχαν στους Αγώνες. Το ίδιο ακριβώς μπορεί να πει κανείς και για εκείνους που συμμετείχαν στο Μουντιάλ του 1978 στην Αργεντινή, χωρίς να ενδιαφέρεται η FIFA για τους χιλιάδες εξαφανισμένους από το καθεστώς, ενώ αντιθέτως δινόταν στο καθεστώς η ευκαιρία να προβληθεί και να ξεπλυθεί στα μάτια του υπόλοιπου κόσμου.

Βλέποντας σήμερα αυτές τις διοργανώσεις, καταλαβαίνουμε καλύτερα τις συνθήκες που επικρατούσαν σε κάθε εποχή σχετικά με τη στάση της εξουσίας και των θεσμών της απέναντι στα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Όταν κάποια καθεστώτα είναι βολικά για το σύστημα και τα συμφέροντά του, είναι μεγαλύτερη η ανάγκη στήριξής τους και ξεπλύματος μέσα από εκδηλώσεις με παγκόσμια απήχηση. Τόσο οι Ολυμπιακοί Αγώνες του ’36 όσο και το Μουντιάλ του ’78, χρησιμοποιήθηκαν από τα καθεστώτα για την εσωτερική και την εξωτερική τους εδραίωση είτε με φαντασμαγορικές τελετές, είτε με τις μεγάλες επιδόσεις και επιτυχίες των αθλητών τους, προβάλλοντας τις “αρετές” τους και προσδίδοντας υπόσταση στις “ηθικές αξίες” τους. Το ξέπλυμα έγινε με σχέδιο καλύπτοντας την ανάγκη για την εδραίωση του αυταρχισμού.

Δύο μεγάλες χώρες απείχαν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου. Η Ισπανία, που λίγο αργότερα θα έμπαινε σε έναν μακρύ εμφύλιο πόλεμο με την επικράτηση τελικά και εκεί των φασιστικών δυνάμεων του Φράνκο, και η Σοβιετική Ένωση, που η συμμετοχή της είχε αποκλειστεί από την ΔΟΕ καθώς “ο Κομμουνισμός αντιτίθεται στα ιδανικά του Ολυμπισμού”, σε αντίθεση βεβαίως με το φασισμό που καταπώς φαίνεται ήταν συμβατός. Στο όνομα του κατευνασμού του Χίτλερ, οι αγώνες του 1936 στο Βερολίνο ήταν ένας κρίκος στην αλυσίδα των παραχωρήσεων προς την κυβέρνησή του. Δύο χρόνια μετά τους αγώνες και ενώ ο Χίτλερ είχε πλέον προσαρτήσει την Αυστρία, η Γερμανία υποδέχτηκε την Αγγλία σε φιλικό ποδοσφαιρικό αγώνα στο Βερολίνο. Κατά την παρουσίαση των ομάδων, οι Άγγλοι ποδοσφαιριστές, έπειτα από εντολή της κυβέρνησης τους, θα χαιρετήσουν ναζιστικά μέσα σε ένα κατάμεστο γήπεδο με 80.000 θεατές. Ο Χίτλερ δεν ήταν παρών αλλά σίγουρα θα απόλαυσε την αναγνώριση του καθεστώτος του από την υπερδύναμη, καθώς και της ιδεολογίας του, μέσω αυτής της συμβολικής κίνησης. Λίγους μήνες αργότερα, η Αγγλία θα προχωρήσει στη συμφωνία του Μονάχου, επιλέγοντας να μην συμπορευτεί με τις εκκλήσεις της Σοβιετικής Ένωσης για κοινό αντιφασιστικό μέτωπο, στο αποκορύφωμα των στρατηγικών επιδιώξεων της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής. Η συνέχεια φυσικά είναι γνωστή….

Η περίπτωση της Αργεντινής το 1978 είναι διαφορετική. Η ανάθεση της διοργάνωσης είχε γίνει το 1966, πριν τη δικτατορία του Βιδέλα το 1976. Οι συλλήψεις αλλά κυρίως οι εξαφανίσεις εκατοντάδων πολιτών είχαν ξεσηκώσει διαμαρτυρίες προς την FIFA με εκκλήσεις για ακύρωση της ανάθεσης στην Αργεντινή. Όμως η Παγκόσμια Ομοσπονδία ήταν ανένδοτη, παρακάμπτοντας ακόμα και θέματα ασφάλειας των αθλητικών αποστολών, καθώς υπήρχε ο φόβος ότι πολλές αντιστασιακές οργανώσεις θα προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν το γεγονός με απαγωγές ή σαμποτάζ. Ανάμεσα στους υποστηρικτές της αρχικής απόφασης για ανάθεση των αγώνων στην Αργεντινή ήταν και ο αντιπρόεδρος της FIFA, o τότε πρόεδρος της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Δυτικής Γερμανίας Χέρμαν Νοϊμπέργκερ που είχε διατελέσει αξιωματικός των SS στην Ιταλία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ο Νοϊμπέργκερ ήταν κύριος διοργανωτής όλων των Μουντιάλ από το 1978 μέχρι και το 1990!  

Τελικά η εθνική ομάδα της Αργεντινής κατέκτησε εκείνο το μουντιάλ, δίνοντας την ευκαιρία στο καθεστώς να θριαμβολογήσει. Νωρίτερα, τόσο ο πρόεδρος της FIFA Χαβελάνζε στον εναρκτήριο λόγο του θα εκθειάσει το καθεστώς, όσο και ο Χένρι Κίσινγκερ θα δηλώσει πως η Αργεντινή έχει μπροστά της ένα λαμπρό μέλλον. Υπήρχαν δηλώσεις στήριξης και από αθλητές όπως ο αρχηγός της Δυτικής Γερμανίας, Μπέρτι Φογκτς, που δήλωσε πως όσα ακούγονται σχετικά με την καταπίεση των Αργεντινών είναι ψέματα, καθώς ο ίδιος δεν είδε ποτέ κανέναν πολιτικό κρατούμενο.

Αυτές όμως οι συμπεριφορές είναι αναμενόμενες. Τόσο από τους επίσημους θεσμούς (FIFA, ΗΠΑ κλπ.) όσο και από μεμονωμένες περιπτώσεις αθλητών. Υπήρχαν φυσικά και αντιδράσεις. Η εθνική ομάδα της Σουηδίας παρέστη με αντιπροσωπία σε μία από τις συγκεντρώσεις στην Plaza de Mayo, έξω από το προεδρικό μέγαρο, όπου συγγενείς των εξαφανισμένων ζητούσαν να μάθουν την τύχη των δικών τους ανθρώπων. Η εθνική Ολλανδίας είχε ξεκαθαρίσει ότι ν κέρδιζε στον τελικό δεν θα δεχόταν το κύπελλο από τα χέρια του Βιδέλα. Μποϋκοτάζ όμως δεν έγινε, πέρα από μεμονωμένες περιπτώσεις, όπως του αρχηγού της Αργεντινής Χόρχε Καρασκόσα και του Γερμανού Πάουλ Μπράιτνερ, που αρνήθηκε να ταξιδέψει στην Αργεντινή, ως ένδειξη αλληλεγγύης στον λαό της.    

 

Η περίπτωση του Κατάρ

Στο επόμενο Μουντιάλ του Κατάρ, είναι απολύτως φυσιολογικό και αναμενόμενο να αποκλείεται η Ρωσία, όμως δεν γίνεται καμία δημόσια συζήτηση για τα εκατοντάδες εργατικά ατυχήματα στα κατασκευαστικά έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη για τη διοργάνωση, ακριβώς όπως δεν έγινε καμία τέτοια συζήτηση και στο Μουντιάλ της Βραζιλίας το 2014. Αν όλο αυτό το βλέπουμε και το αποδεχόμαστε ως φυσιολογικό, τότε ίσως θα έπρεπε να συμφωνήσουμε τι θα εννοούμε κάθε φορά που χρησιμοποιούμε τη λέξη “υποκρισία”. 

* Συνεργάτης Φιλελεύθερου