Ο βοηθός κτηματομεσίτης είναι φυσικό πρόσωπο που εργοδοτείται ως υπάλληλος αδειούχου κτηματομεσίτη και διεκπεραιώνει κτηματομεσιτικές εργασίες με οδηγίες του, εφόσον είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο Βοηθών Κτηματομεσιτών. Η μεσολάβηση για κτηματική συναλλαγή ασκείται από αδειούχο εγγεγραμμένο κτηματομεσίτη και, όταν συμμετέχει βοηθός κτηματομεσίτης, για τη διεκπεραίωσή της απαιτείται όπως αυτός είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο. Τα προσόντα για εγγραφή ενός φυσικού προσώπου στο Μητρώο Βοηθών Κτηματομεσιτών καθορίζονται στο άρθρο 12 του περί Κτηματομεσιτών Νόμου, Ν.71(Ι)/2010 και κάθε ενδιαφερόμενος πρέπει να υποβάλει αίτηση όχι αργότερα από 30 ημέρες από την ημερομηνία έναρξης της εργοδότησης του, διαφορετικά η περίοδος άσκησης θα θεωρείται ότι άρχισε τριάντα ημέρες πριν από την υποβολή αίτησης εγγραφής. Η αίτηση υποβάλλεται στο Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών και συνοδεύεται από τα αναγκαία αποδεικτικά της κατοχής των απαιτούμενων για την εγγραφή προσόντων. Ο ενδιαφερόμενος πρέπει να είναι πολίτης της Δημοκρατίας ή κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να μην τελεί υπό πτώχευση ή νομική ανικανότητα, να είναι κάτοχος απολυτήριου σχολής μέσης εκπαίδευσης ή ισοδύναμου αυτού και να μην έχει καταδικαστεί για αδίκημα που ενέχει έλλειψη τιμιότητας ή ηθική αισχρότητα και εάν καταδικάστηκε να έχει αποκατασταθεί. 

Το Συμβούλιο κατά την εξέταση της αίτησης έχει εξουσία να ζητήσει περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία και πληροφορίες ή έγγραφα που θα του επιτρέπουν να εξετάσει την αίτηση και ο αιτητής οφείλει να ανταποκριθεί. Σε περίπτωση παράλειψης του να τα παράσχει μέσα στην προθεσμία που έχει ταχθεί, το Συμβούλιο μπορεί να απορρίψει την αίτηση και για μόνο το λόγο αυτό. Η απορριπτική απόφαση του Συμβουλίου γνωστοποιείται στον αιτητή, ο οποίος δύναται να προσβάλει τη νομιμότητα της ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου. Μια τέτοια περίπτωση εξέτασε η Δικαστής κα Ε. Γαβριήλ στην απόφαση που εξέδωσε ημερ.10.5.2022 σε προσφυγή αιτητή που παραπονείτο ότι η απόφαση του Συμβουλίου να απορρίψει την αίτηση του για εγγραφή στο Μητρώο Βοηθών Κτηματομεσιτών ήταν άκυρη και παράνομη. 

Ο αιτητής υπέβαλε αίτηση για εγγραφή στο Μητρώο που συνοδευόταν με αναλυτική κατάσταση αποδοχών ασφαλισμένου και ως εργοδότης του παρουσιαζόταν εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης και κάποια εταιρεία. Το Συμβούλιο επιλήφθηκε της αίτησης με καθυστέρηση και ζήτησε με επιστολή του προς το δηλωθέντα εργοδότη να παραστεί ενώπιον του σε συγκεκριμένη ημερομηνία για προσωπική συνέντευξη, προσκομίζοντας αποδεικτικά στοιχεία που αφορούσαν την εργοδότηση του αιτητή. Ζήτησε μηνιαίες αποδείξεις πληρωμής αναφορικά με το μισθό που ο ίδιος του κατέβαλλε, τραπεζικούς λογαριασμούς που να φαίνεται η κατάθεση του μισθού, αντίγραφα μισθοδοσίας, τις πράξεις που χειρίστηκε ο αιτητής και άλλες πληροφορίες. Ο εργοδότης δεν παρέστη στην ορισθείσα συνεδρία και με επιστολή του δικηγόρου του υπέβαλε πως η απαίτηση του Συμβουλίου ήταν παράνομη και συνιστούσε υπέρβαση εξουσίας. Το Συμβούλιο ένεκα τούτου απέστειλε εκ νέου επιστολή καλώντας το δηλωθέντα εργοδότη να παράσχει τα στοιχεία και τον αιτητή να παραστεί ενώπιον του σε συγκεκριμένη ημερομηνία, αλλά δεν το έπραξαν. Το Συμβούλιο επιλήφθηκε της αίτησης του αιτητή και την απέρριψε με σχετική αιτιολογία. 

Το Δικαστήριο έκρινε ότι το Συμβούλιο είχε εξουσία να ζητήσει περαιτέρω αποδεικτικά έγγραφα για την εργοδότηση του αιτητή και δεν ήταν κατανοητή η άρνηση που παρουσιάστηκε τόσο από μέρους του όσο και από το δηλωθέντα ως εργοδότη του για προσκόμιση των εγγράφων που αποδείκνυαν την εργοδότηση του. Πρόσθεσε ότι καίτοι υπήρξε καθυστέρηση στην εξέταση από το Συμβούλιο μιας απλής αίτησης, εντούτοις και ο ίδιος ο αιτητής δεν ενήργησε με τη δέουσα σπουδή αποστολής των ζητούμενων, αφ’ ης στιγμής το Συμβούλιο διατηρούσε τις επιφυλάξεις του για την εργοδότηση του στο δηλωθέντα εργοδότη. Η καθυστέρηση στην εξέταση της αίτησης δεν μπορεί να επιφέρει ακυρότητα, αφού λήφθηκε τελική απορριπτική απόφαση.

Αναφορικά με το παράπονο του αιτητή περί ύπαρξης προκατάληψης, το Δικαστήριο έκρινε ότι απλή επίκληση ύπαρξης προκατάληψης ή υποκειμενικοί ισχυρισμοί περί ύπαρξης οξείας έχθρας, δεν είναι αρκετοί, λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του γεγονότος ότι το βάρος απόδειξης ενός τέτοιου ισχυρισμού φέρει πάντοτε αυτός που ισχυρίζεται την ύπαρξη της προκατάληψης. Το Δικαστήριο κατέληξε πως τα όσα επιζητούσε το Συμβούλιο δικαιολογούνται μέσα στα πλαίσια της δέουσας έρευνας που οφείλει ένα διοικητικό όργανο να προβαίνει προτού λάβει μία διοικητική απόφαση. Αντιθέτως, η άρνηση των δύο αυτών προσώπων υπήρξε αδικαιολόγητη και οδήγησε το Συμβούλιο στη λήψη απορριπτικής αποφάσεως, απόφαση εντός των εξουσιών του, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 13(4) του Νόμου, παρέχοντας μάλιστα και τη δέουσα αιτιολογία. 

* Δικηγόρος στη Λάρνακα