Ως αποτέλεσμα μακροχρόνιων στρεβλώσεων, της πανδημίας καθώς και των γεωπολιτικών δρώμενων, η παρούσα κατάσταση των οικονομικών δεδομένων που αντιμετωπίζουν οι πολίτες χειροτερεύει. Η κρατική παρέμβαση στο παρόν στάδιο, καθώς και στο μέλλον, καθίσταται επιβεβλημένη για την οικονομική επιβίωση μιας σημαντικής μερίδας της κοινωνίας μας. Η ανάγκη για τη βέλτιστη απόδοση με το χαμηλότερο δυνατό κόστος για τον φορολογούμενο επιτάσσει τον σχεδιασμό της όποιας κρατικής παρέμβασης ως μέρος μιας ευρύτερης και στοχευμένης στρατηγικής αντιμετώπισης της οικονομικής αβεβαιότητας. Το παρόν άρθρο σκιαγραφεί μια σειρά από βασικά προαπαιτούμενα για τον σχεδιασμό του πιο πάνω εγχειρήματος.

Διάγνωση δεδομένων και γενεσιουργών αιτίων: Μια λάθος διάγνωση μπορεί να οδηγήσει σε ανάρμοστες πολιτικές αποφάσεις σε μια χρονική στιγμή όπου δεν υπάρχει περιθώριο σπατάλης δημοσίων πόρων. Ενδεικτικό παράδειγμα του προαναφερθέντος αποτελεί ο υπό συζήτηση τρόπος επίλυσης του στεγαστικού ζητήματος. Μια στατική και επιφανειακή προσέγγιση στο στεγαστικό ζήτημα δύναται να υποδείξει την οδό της επιδότησης ενοικίου ως την αρμόδια πολιτική επίλυσης. Συνεπεία μιας στατικής προσέγγισης, ο φορολογούμενος επωμίζεται το κόστος της επιδότησης με προσωρινό και περιορισμένο αντίκρισμα. 

Αντιθέτως, μια ολιστική προσέγγιση αναγνωρίζει και αναδεικνύει την εξωτερική ζήτηση στον τομέα των ακινήτων ως έναν καθοριστικό παράγοντα απορρύθμισης του κόστους στέγασης με τη μισθολογική πραγματικότητα της Κύπρου. Ως εκ τούτου, η ολιστική προσέγγιση δύναται να υποδείξει την οδό της νομικής ρύθμισης μέσω θέσπισης ορίου στον όγκο αγοράς ακινήτων από ξένους υπηκόους ως την αρμόδια πολιτική επίλυσης. Επομένως, ως αποτέλεσμα μιας ολιστικής προσέγγισης, ο φορολογούμενος ελαφρύνεται με χαμηλότερο κόστος στέγασης, χωρίς καμία φορολογική επιβάρυνση καθώς η νομοθετική οδός δεν συνεπάγεται ουσιαστικές επιπρόσθετες κρατικές δαπάνες.

 

Συνετή επιλογή οικονομικών εργαλείων:

Το δεύτερο στοιχείο που μπορεί να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα μιας εν δυνάμει κρατικής οικονομικής στρατηγικής βασίζεται στην επιδίωξη μιας συνετούς επιλογής οικονομικού εργαλείου. Καθώς η οικονομική πολιτική απαρτίζεται από σωρεία εργαλείων προώθησης οικονομικών στόχων, μια συνετή επιλογή αξιοποιεί τα εργαλεία τα οποία επιτυγχάνουν τον όποιο σκοπό με το χαμηλότερο δυνατό κόστος. 

Επί τούτου, δύναται να λεχθεί ότι τα τελευταία 2 χρόνια η έννοια και το εργαλείο της «παροχής κινήτρων» υπό τη μορφή επιδότησης έχει χρησιμοποιηθεί πέραν του δέοντος. Η οικονομική θεωρία επί του θέματος τονίζει το ότι μια τέτοια πολιτική κρίνεται ως ορθή, υπό προϋποθέσεις. Μεταξύ άλλων, τονίζεται η εξέταση της προοπτικής εναλλακτικών μεθόδων όπως, για παράδειγμα, η νομοθετική ρύθμιση. Η τελευταία δύναται να επιτύχει το ίδιο αποτέλεσμα χωρίς το κόστος της επιδότησης που συχνά επιλέγει η Πολιτεία. 

 

Αναγνώριση εφικτών και ανέφικτων στόχων:

Το τρίτο στοιχείο αποτελεί η κατανόηση των οικονομικών δεδομένων που δύνανται να επηρεαστούν διά μέσου κρατικής παρεμβάσεως και η διασαφήνιση του απαιτούμενου χρονικού πλαισίου για την επιζητούμενη μεταβολή. Εξίσου σημαντική είναι η κατανόηση των δεδομένων που δεν μπορούν να τύχουν ουσιαστικής μεταβολής. Συνεπεία αυτής της κατανόησης μπορούν να ληφθούν στοχευμένα καθώς και προληπτικά μέτρα που να μειώνουν τα όποια προβλήματα κατά καιρούς αντιμετωπίζουμε. 

Ενδεικτικό παράδειγμα του προαναφερθέντος αποτελεί η αύξηση τιμών στις πλείστες δαπάνες των καταναλωτών. Σημειώνεται και τονίζεται ότι αυτές οι τάσεις παρατηρούνται εδώ και μήνες. Από τον περασμένο Οκτώβριο, μάλιστα, υπήρξαν εκκλήσεις για κρατική προετοιμασία σε μια περίοδο όπου επαναπαυόμασταν κρατικά διά της ψευδαίσθησης περί της φύσεως και του εύρους του αναδυόμενου πληθωρισμού. 

Συγκεκριμένα, προτάθηκε η ιδέα πως «μια συνειδητή πολιτική εξασφάλισης στρατηγικών αποθεμάτων ενέργειας και άλλων βασικών αγαθών θα μας επιτρέψει να έχουμε ένα περιθώριο αντίδρασης σε περίπτωση ανοδικών διακυμάνσεων τιμών και μειωμένης προσφοράς». Η εφαρμογή αυτής της πρότασης ίσως ευκόλυνε κατά πολύ την παρούσα. 

Τα υφιστάμενα δεδομένα επιτάσσουν την επανεξέτασή της, καθώς και μια πιο σοβαρή προοπτική υλοποίησής της. Προς αυτή την κατεύθυνση, ίσως βοηθήσει η υπενθύμιση πως βραχυπρόθεσμα το κράτος δεν μπορεί να μεταβάλει ριζικά τις τιμές των εισαγόμενων προϊόντων. Μπορεί, όμως, να ρυθμίσει αντισταθμιστικά έξοδα, όπως το κόστος στέγασης, που αποτελεί τη μερίδα του λέοντος στα έξοδα των νοικοκυριών που βιώνουν την κατ’ αναλογία υψηλότερη διάβρωση του βιοτικού τους επιπέδου επί της παρούσης.

 

Προετοιμασία για διάφορα σενάρια κρίσεων:

Το προαναφερθέν κόστος που επέφερε η καθυστέρηση στη λήψη προληπτικών μέτρων τονίζει την αναγκαιότητα για κρατική προετοιμασία για διάφορα σενάρια κρίσεων. Οφείλουμε να καταρτίσουμε σχέδια στρατηγικής ανταπόκρισης για διάφορα σενάρια, τα οποία δύνανται να εξελιχθούν το επόμενο χρονικό διάστημα. 

Επί παραδείγματι, ποια η κρατική μας εσωτερική πολιτική στην περίπτωση που επεκταθεί ο υφιστάμενος πόλεμος στην Ουκρανία; Είμαστε έτοιμοι να προστατεύσουμε την ευημερία των πολιτών μας σε μια εν δυνάμει ενεργειακή ή/και επισιτιστική κρίση σε περίπτωση μακράς παράτασης του πολέμου; Τι πράττουμε σε περίπτωση αύξησης των υφιστάμενων προβλημάτων στις εφοδιαστικές αλυσίδες προσφοράς; 

Τα πιο πάνω προτάσσουν την ανάγκη επανεξέτασης και ανακατάταξης των κρατικών μας προτεραιοτήτων, δυνατοτήτων καθώς και αντανακλαστικών. Τα χρόνια που σύσσωμη η Κύπρος ευημερούσε επί του τουρισμού, του τομέα των ακινήτων και των υπηρεσιών έχει πιθανώς παρέλθει ανεπιστρεπτί. Χρειάζεται να λάβουμε σοβαρά υπόψη την προσαρμοστικότητά μας, καθώς και τον βαθμό αυτάρκειας μας σε μια σειρά από κομβικούς τομείς για την κρατική μας επιβίωση και κοινωνικοοικονομική μας ευημερία. Αυτά θα αποτελέσουν ίσως τους καθοριστικούς παράγοντες για την επιτυχία μας τα επόμενα χρόνια.

* Guest Teacher Πολιτικής Οικονομίας στο London School of Economics and Political Science και Επιστημονικός Συνεργάτης στο Κυπριακό Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας