Κάθε φορά που θα υπάρξει μια κρίση που επηρεάζει αρνητικά την Κύπρο, πληρώνουμε ως οικονομία βαρύτατο τίμημα γιατί δυστυχώς βάλαμε όλα τα αυγά της ανάπτυξης στο καλάθι του τριτογενή τομέα, δηλαδή των υπηρεσιών και ιδιαίτερα στο καλάθι του τουρισμού. 

Όποιος παρακολουθεί με συνέπεια την οικονομική ιστορία του τόπου θα αντιληφθεί πως αυτό πάθαμε με την κρίση στον Περσικό κόλπο το 1991, αυτό πάθαμε το 1996 με την κρίση στη γραμμή αντιπαράταξης που προκάλεσε ο Αττίλας (τότε με τις άνανδρες δολοφονίες των Ισαάκ και Σολωμού), αυτό πάθαμε και με την πανδημία, αυτό παθαίνουμε και τώρα με τη ρωσο-ουκρανική πολεμική κρίση.  Βλέπουμε αυτή την ώρα τον τουρισμό να μην μπορεί να προσελκύσει ικανοποιητικά έσοδα και τουρίστες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την παραπέρα πορεία της οικονομίας. 

Η τοποθέτηση όλων των αυγών της ανάπτυξης στο καλάθι των υπηρεσιών και του τουρισμού, με την ταυτόχρονη υποβάθμιση της γεωργίας και της μεταποίησης, ήταν και είναι ανορθόδοξη οικονομική τακτική και πολιτική. 

 

Οι αριθμοί 

Με βάση επίσημα στατιστικά στοιχεία που αφορούν το 2020, ο πρωτογενής τομέας (γεωργία) αποτελούσε το 2.1% του ΑΕΠ, ο δευτερογενής (μεταποίηση) το 14.2% και ο τριτογενής (υπηρεσίες και τουρισμός) το 83.7%. Τα αντίστοιχα στοιχεία για το 1998 ήταν 4.7% ο πρωτογενής τομέας, 20.7% ο δευτερογενής και 74.6% ο τριτογενής. Τα στοιχεία μεταξύ 1998 και 2020 δείχνουν ακριβώς τη συρρίκνωση που έτυχαν, τόσο ο τομέας της γεωργίας όσο και της μεταποίησης. 

Αυτή η κατανομή, όπως παρουσιάζεται για το 2020, είναι οικονομικά ανορθόδοξη και φανερώνει πως η κυπριακή οικονομία πρέπει να τύχει αναδιάρθρωσης και επανασχεδιασμού, ώστε να δημιουργηθεί ένα καλύτερο ισοζύγιο στην κατανομή του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος ανά τομέα. 

 

 

Νέοι πνεύμονες 

Η κυπριακή οικονομία πρέπει να αποκτήσει και άλλους αναπτυξιακούς πνεύμονες που θα της προσφέρουν οξυγόνο σε ώρες κρίσης. Η Κύπρος χρειάζεται και άλλα πνευμόνια, με επενδύσεις τόσο στον πρωτογενή όσο και στον δευτερογενή τομέα. Γεωργία, βιομηχανία και μεταποίηση πρέπει να αναπτυχθούν ποιοτικά και ποσοτικά και να λάβουν τη θέση που τους αξίζει στο ΑΕΠ. 

Το θέμα αυτό δεν είναι καινούργιο. Είναι παλιό και χρονολογείται για περισσότερο από είκοσι χρόνια.   Δυστυχώς καμιά κυβέρνηση, ούτε της Δεξιάς, ούτε της Αριστεράς, ούτε κεντρώας προέλευσης δεν ασχολήθηκε με αυτό το ζήτημα. Πρόκειται για ένα διαχρονικό πρόβλημα που μεταβιβάζεται ως σκυτάλη από τη μια κυβέρνηση στην άλλη. Σκυτάλη οπισθοδρόμησης και όχι προόδου και ανάπτυξης. 

Η κυπριακή οικονομία, λοιπόν, χρειάζεται ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο, που πέραν της τομεακής αναδιάρθρωσης θα πρέπει να επενδύσει στην έρευνα και την καινοτομία. 

Και σ’ αυτό τον τομέα υπάρχει σοβαρή υστέρηση, αφού τα διαθέσιμα στοιχεία του 2018 αναφέρουν πως, οι συνολικές δαπάνες για ερευνητικές δραστηριότητες στην Κύπρο αντιστοιχούν στο 0.63% του ΑΕΠ, ενώ το ποσοστό αυτό στις χώρες – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανέρχεται κατά μέσο όρο στο 2.12%.

 

Εισηγήσεις 

Πέραν των πιο πάνω, που αφορούν ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο, αυτή την ώρα της κρίσης πρέπει, (αν πραγματικά θέλουμε να βοηθήσουμε την Κύπρο), να εστιάσουμε την προσοχή μας και στα εξής:

(α) Στην αύξηση της εθνικής παραγωγικότητας η οποία δυστυχώς αποτελεί το παραμελημένο παιδί της εκάστοτε κυβερνητικής πολιτικής. 

(β) Στην πάταξη της φοροδιαφυγής και στην αύξηση της εισπραξιμότητας των καθυστερημένων και ανείσπρακτων φόρων που ανήκουν στο κράτος και τα οποία – δυστυχώς – πλησιάζουν τα €3 δισ. 

(γ) Στην ψηφιοποίηση της οικονομίας με μέτρο και χρονοδιάγραμμα και με απόλυτο σεβασμό σε όλο εκείνο τον κόσμο που δεν έχει ιδιαίτερη γνώση και δυσκολεύεται να χρησιμοποιήσει τη σύγχρονη τεχνολογία. 

(δ) Στη γρηγορότερη απονομή της δικαιοσύνης. Η βραδυδικία και η καθυστέρηση στην απονομή της χρονολογείται από τη δεκαετία του 1980. 

(ε) Στην πράσινη φορολογική μεταρρύθμιση που θα μειώνει το φορολογικό βάρος της εργασίας και θα φορολογεί τη ρύπανση. Χρειαζόμαστε μια ολοκληρωμένη και δίκαιη μεταρρύθμιση που θα απλοποιεί το φορολογικό σύστημα και θα περιορίζει τη φοροδιαφυγή. 

(στ) Στη δημιουργία και στην προστασία ποιοτικών θέσεων εργασίας. Οι ποιοτικές θέσεις εργασίας, (και όχι βεβαίως η αδήλωτη εργασία) συμβάλλουν στην πρόοδο, στην ανάπτυξη και στην ευημερία κάθε οικονομίας και κάθε κοινωνίας. 

Ας αξιοποιήσουμε, λοιπόν, την υφιστάμενη κρίση ως ευκαιρία για διορθωτικές κινήσεις και ποιοτικές αλλαγές, αναγνωρίζοντας την αρχή που λέει πως, στην οικονομία ο χρόνος είναι χρήμα. Και όλα βέβαια με κοινωνικό διάλογο και σοβαρή ποιοτική διαβούλευση.

 

Υ.Γ.: Για όλα τα πιο πάνω υπάρχει στον ορίζοντα μια θετική νότα αισιοδοξίας. Είναι θετικό πως αρκετοί σχεδιασμοί προς την κατεύθυνση της βελτίωσης των πραγμάτων έχουν περιληφθεί στο Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας που η Κύπρος υπέβαλε προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Από το Σχέδιο, με βάση κάποιες προϋποθέσεις, η Κύπρος θα αντλήσει πόρους που ανέρχονται στο €1.2 δισ.

Απομένει η υλοποίηση των δράσεων του Σχεδίου που βρίσκεται, δυστυχώς, υπό την αίρεση των κομματικών – πολιτικών δυνάμεων που εισήλθαν ήδη σε προεκλογική περίοδο. Και αυτό έχει τη δική του επικινδυνότητα. 

* Υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομικών Μελετών (ΣΕΚ)