Ένεκα των αμέτρητων υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον των Δικαστηρίων της Κυπριακής Δημοκρατίας αναφορικά με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, ο συγγραφέας του παρόντος άρθρου επέλεξε να επιχειρήσει να αναδείξει τις διαφορές στις διαπραγματευτικές δυνατότητες μεταξύ των τραπεζών και των δανειοληπτών, υποβάλλοντας ότι το ζήτημα των καταχρηστικών ρητρών αποτελεί ενδεχομένως, εάν όχι το μεγαλύτερο, ένα από τα πλέον φλέγοντα θέματα στις τραπεζικές συμβάσεις.
Στην Κύπρο, το Τραπεζικό Δίκαιο αποτελεί τομέα του Εμπορικού Δικαίου, το οποίο με τη σειρά του ανήκει στο Ιδιωτικό Δίκαιο. Συγκεκριμένα, το Τραπεζικό Δίκαιο στηρίζεται κυρίως στο Δίκαιο των Συμβάσεων, αφού η σχέση των πιστωτικών ιδρυμάτων και των δανειοληπτών καθορίζεται από συμφωνία την οποία συνάπτουν τα μέρη, η οποία ρυθμίζει τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα αυτών.
Η ελεύθερη βούληση
Ο σκοπός του Δικαίου των Συμβάσεων είναι να διασφαλίσει την ομαλή εκτέλεση μιας σύμβασης και σε αντίθετη περίπτωση να παράσχει θεραπεία στο ανυπαίτιο μέρος. Περαιτέρω, βασική αρχή του εν λόγω Δικαίου, η οποία κατοχυρώνεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι η ελεύθερη βούληση των ενδιαφερομένων μερών να συμβάλλονται με σκοπό τη δημιουργία μιας καθ’ όλα ισορροπημένης συμφωνίας αναφορικά με τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των μερών που περιέχονται στους όρους αυτής. Ως εκ τούτου, οποιοιδήποτε συμβατικοί όροι οι οποίοι καταστρατηγούν τη βασική αρχή του Δικαίου των Συμβάσεων ή και το καλά κατοχυρωμένο δικαίωμα του ανθρώπου να συμβάλλεται ελεύθερα, καθίστανται καταχρηστικοί και εναπόκειται πλέον στα αρμόδια Δικαστήρια κατά πόσον θα επικυρώσουν ή ακυρώσουν τους εν λόγω συμβατικούς όρους.
Ως είναι σύνηθες, τα πιστωτικά ιδρύματα, με σκοπό να εξυπηρετήσουν τους πελάτες τους χωρίς χρονοβόρες διαδικασίες και την αποφυγή οιασδήποτε διαπραγμάτευσης με το αντισυμβαλλόμενο μέρος, παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σύναψη συμφωνίας στην οποία περιέχονται προ-διατυπωμένοι όροι. Η εν λόγω πρακτική που κατά κύριο λόγο υιοθετείται από τα πιστωτικά ιδρύματα στερεί το δικαίωμα διαπραγμάτευσης στον καταναλωτή ή και δανειολήπτη, καταστρατηγώντας ταυτόχρονα το θεμελιώδες δικαίωμα της ελεύθερης βούλησης, δίδοντας ουσιαστικά στον καταναλωτή ως μοναδικό δικαίωμα τη μη υπογραφή της σύμβασης δανείου.
Σχετική νομοθεσία είναι ο περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμος του 2021 (112(I)/2021) στον οποίο καθρεπτίζεται η Ευρωπαϊκή Οδηγία του Συμβουλίου 93/13/ΕΟΚ, ως τροποποιήθηκε από την Οδηγία (ΕΕ) 2019/2161, η οποία ρυθμίζει τις καταχρηστικές ρήτρες. Σκοπός της εν λόγω οδηγίας ήτο να προστατεύσει τον καταναλωτή, προνοώντας όπως οι συμβάσεις συντάσσονται με τρόπο σαφή και κατανοητό προς τον καταναλωτή, δίδοντας την ευκαιρία σε αυτόν να λάβει γνώση ή και ανεξάρτητη γνώμη για τους όρους της σύμβασης.
Για τις προδιατυπωμένες συμβάσεις
Περαιτέρω και αναφορικά με τις καταχρηστικές ρήτρες σε προ-διατυπωμένες συμβάσεις καταναλωτών, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστίνα Περικλέους -και- Ellinas Finance Ltd ανέφερε ότι η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ βασίζεται στο ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε υποδεέστερη και δυσμενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία που συντάσσει τη σύμβαση, τόσο σε θέμα πληροφόρησης όσο και διαπραγμάτευσης. Αυτό το γεγονός αναγκάζει τον καταναλωτή να συνάψει σύμβαση χωρίς στην πραγματικότητα να έχει τη διαπραγματευτική δυνατότητα να επηρεάσει το περιεχόμενο της σύμβασης. Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι στην ίδια κατηγορία ανήκουν και οι πελάτες των τραπεζών όσον αφορά στις τραπεζικές συμβάσεις.
Στην περίπτωση αυτή, οι πελάτες οι οποίοι συγκριτικά βρίσκονται σε ασθενέστερη θέση συνεπεία της οικονομικής και κοινωνικής ισχύος τους, ενώ η συμβατική σχέση μεταξύ πελατών και τράπεζας καθόλου τυχαία μπορεί να χαρακτηριστεί ως σχέση μεταξύ Δαυίδ και Γολιάθ.
Σοβαρό ζήτημα εξέτασης για την ύπαρξη καταχρηστικής ρήτρας εγείρεται κυρίως σε περιπτώσεις των προ-διατυπωμένων συμβάσεων, οι οποίες χρησιμοποιούνται και προσφέρονται από τα πιστωτικά ιδρύματα. Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, σε τέτοιες περιπτώσεις το μόνο δικαίωμα που δίδεται στον πελάτη της τράπεζας είναι να μην υπογράψει την εν λόγω σύμβαση ή στην καλύτερη περίπτωση να διαπραγματευθεί τη χρονική διάρκεια αποπληρωμής του δανείου. Εξετάζοντας, λοιπόν, το εν λόγω θέμα υπό το πρίσμα της πρόνοιας του σχετικού Νόμου, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον διαφαίνεται ότι η χρήση προ-διατυπωμένης ρήτρας σε τυποποιημένη τραπεζική σύμβαση δημιουργεί το τεκμήριο ότι ο πελάτης στερήθηκε το δικαίωμα ατομικής διαπραγμάτευσης, καθιστώντας τη ρήτρα καταχρηστική. Ωστόσο, για να κριθεί μια ρήτρα ως καταχρηστική, η εξέταση της δεν περιορίζεται μόνο στο γεγονός ότι αποτελούσε ρήτρα τυποποιημένης σύμβασης.
Συνοψίζοντας, η συμβατική σχέση μεταξύ τράπεζας και πελάτη ευκόλως μπορεί να παρομοιασθεί με αυτή του Δαυίδ και Γολιάθ, συνεπεία και της κολοσσιαίας διαφοράς στη διαπραγματευτική και οικονομική δυνατότητα μεταξύ των μερών. Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, εκ πρώτης όψεως η χρήση προ-διατυπωμένης ρήτρας σε τραπεζική σύμβαση αποστερεί από τον πελάτη το δικαίωμα διαπραγμάτευσης και οδηγεί εύλογα στο συμπέρασμα για την ύπαρξη καταχρηστικής ρήτρας. Ωστόσο, τα Εθνικά Δικαστήρια και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης καλούνται να εξετάσουν σωρεία παραγόντων προτού αποφασίσουν εάν μια ρήτρα είναι ικανή να δημιουργήσει σε βάρος του καταναλωτή/πελάτη «σημαντική ανισότητα» μεταξύ των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων των μερών, με αποτέλεσμα να την καθιστά καταχρηστική.
* Δικηγόρος-Νομικός Σύμβουλος, Λέκτορας Νομικής Alexander College Larnaca
aprodromoulaw@hotmail.com