Αναμφίβολα το κεφάλαιο της ασφάλειας και των εγγυήσεων είναι από τα πιο κρίσιμα στη λύση του Κυπριακού. Είναι κοινή η θέση όλων στην Ελληνοκυπριακή πλευρά,  ότι τυχόν συνέχιση  καθεστώτος εγγυήσεων και επεμβατικών δικαιωμάτων τρίτων, θα ισοδυναμεί με υποβάθμιση της Κύπρου σε κράτος ήσσονος κυριαρχίας και  κράτος υπό κηδεμονία. Η εμμονή της Τουρκίας αποδεικνύει τις πραγματικές διαθέσεις και προθέσεις της και καταδεικνύει ότι αδιαπραγμάτευτα θα  πρέπει στην όποια λύση του Κυπριακού να αποτραπεί η ύπαρξη εγγυήσεων. Άλλωστε μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο θεσμός των Συνθηκών Εγγυήσεως μέσω των οποίων ένα ή περισσότερα κράτη εγγυώνται το εδαφικό ή νομικό καθεστώς ενός τρίτου κράτους έχει εφαρμοσθεί μία μόνο φορά, στην περίπτωση της Κύπρου με τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960. Και τούτο απεδείχθη καταστροφικό.

Η εξέλιξη του διεθνούς δικαίου και της ισότητας μεταξύ κρατών έθεσε στο περιθώριο της ιστορίας τέτοιες ρυθμίσεις υπονομευτικές της κυριαρχίας τους. Το νομικό σχήμα όπου συγκεκριμένα κράτη αναλάμβαναν το ρόλο των εγγυητριών δυνάμεων έχει περιέλθει σε απόλυτη αχρησία από τη δεκαετία του 1960 και σε ουσιαστική αχρησία  από το 1945. Το ρόλο της παροχής εγγυήσεων έχει αναλάβει κάποιες φορές ο ΟΗΕ.

Τυχόν αποδοχή εγγυητριών δυνάμεων και εγγυητικών και επεμβατικών δικαιωμάτων σε μια λύση  του Κυπριακού θα συνιστούσε εξ υπαρχής νάρκη στα θεμέλια του Κράτους και συνταγή καταστροφής του.

Ο αναχρονιστικός θεσμός των εγγυήσεων πρέπει οριστικά να τεθεί στο περιθώριο της ιστορίας. Εγγύηση είναι η συμμετοχή της Κύπρου στον ΟΗΕ, όπως συμβαίνει με όλα τα κράτη του κόσμου και οι αρχές του Διεθνούς Δικαίου και οι συναφείς διεθνείς συμβάσεις. Εξάλλου η ευρωπαϊκή ενσωμάτωση της Κύπρου είναι μια ισχυρή εγγύηση για μια Κύπρο ασφαλή και ειρηνική.

Και ενώ αυτές οι απόψεις και θέσεις στο θέμα της ασφάλειας του κυπριακού κράτους, στα πλαίσια μιας προσδοκώμενης  λύσης του Κυπριακού, φαινόταν να είναι κοινές και ομόφωνες, προέκυψε στο δημόσιο διάλογο, θέμα αίτησης για ένταξη στο ΝΑΤΟ. Με αφορμή τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και την αίτηση Σουηδίας και Φιλανδίας για να καταστούν μέλη του ΝΑΤΟ.

Η πρώτη  απορία είναι κατά πόσο το ΝΑΤΟ αναλαμβάνει να εγγυάται την ανεξαρτησία, κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα των μελών του. Ποια είναι η εμπειρία στην παροχή ασφάλειας στα κράτη μέλη; Μήπως το ΝΑΤΟ  παρέσχε ασφάλεια στην Ελλάδα στην κρίση των Ιμίων; Μήπως το ΝΑΤΟ αντιδρά στις συνεχείς απειλές της Τουρκίας εναντίον της Ελλάδας με την αμφισβήτηση των  κυριαρχικών της δικαιωμάτων στο Αιγαίο; Στην περίπτωση της Κύπρου  η ιστορία είναι εξόχως διδακτική και αποτρεπτική καν οποιασδήποτε σκέψης, για υπαγωγή της στο ΝΑΤΟ. Ιδού αμάχητον τεκμήριόν της Ιστορίας.

Στην πρό του πραξικοπήματος περίοδο, είχαμε τον εκκλησιαστικό εκβιασμό με συντονιστή τον περιβόητο Παναγιωτάκο, τα τελεσίγραφα Παπαδοπούλου για να μετατραπεί η κυπριακή κυβέρνηση σε υποεπιτροπή της Χούντας – παραμάγαζο το ονόμαζε ο θεωρητικός της δικτατορίας Κωνσταντόπουλος- και  να αποδεχθούμε τις τουρκικές προτάσεις για διαχωρισμό. 

Την ίδια περίοδο το ΝΑΤΟ αφήνει εντελώς τα προσχήματα και συντονίζει την αντιμακαριακή – αντικυπριακή εκστρατεία.  Έτσι ο ΓΓ του ΝΑΤΟ Tζόσεφ Λουνς σε συνέντευξη του προς το BBC έλεγε τον Ιούλιο του 1972 για το Μακάριο, μεταξύ άλλων: « Και ο Αρχιεπίσκοπος, βέβαια που ερωτοτροπούσε με τη Μόσχα, δεν είναι θάλεγα πολύ ισχυρό στοιχείο σταθερότητας. Ίσως να ακολουθεί επικίνδυνη πολιτική, αλλά υπάρχουν ισχυρές δυνάμεις στο νησί, όπως π.χ. οι τρεις Μητροπολίτες, που τον κάλεσαν δύο φορές να παραιτηθεί και να ενασχοληθεί με τα εκκλησιαστικά του καθήκοντα, προετοιμαζόμενος για ένα πολύ καλύτερο μέλλον.»

Η ενεργός στήριξη και συμμετοχή του ΝΑΤΟ στο επακολουθήσαν δίδυμο έγκλημα του 1974 είναι απολύτως τεκμηριωμένη από απόρρητα έγγραφα και αδιάσειστες μαρτυρίες που είδαν το φως της δημοσιότητας. Και το πιο σημαντικό. Ένταξη στο ΝΑΤΟ – που βέβαια δεν πρόκειται να υπάρξει αφού η Τουρκία διαθέτει βέτο – σε ποια άλλη λύση θα οδηγήσει το Κυπριακό από αυτή που διαχρονικά επιδίωκε η Βορειοατλαντική Συμμαχία; Δηλαδή της ικανοποίησης των μόνιμων τουρκικών επιδιώξεων για διαχωρισμό και διχοτόμηση;

Είναι δυνατόν κάποιοι, υπό το φως αυτών των συντριπτικών τεκμηρίων της ιστορίας, να διανοούνται σήμερα «εγγυήσεις» του ΝΑΤΟ με το αφελές επιχείρημα ότι είναι «καλή συγκυρία οι αιτήσεις Σουηδίας και Φιλανδίας»; Αναγκαία η υπενθύμιση της σοφής ρήσης: «Όσοι δεν διδάσκονται από την ιστορία είναι καταδικασμένοι να την ξαναζήσουν».

ΣΗΜ: Επανειλημμένα είχα εισηγηθεί και προτρέψει για υποβολή αίτησης για ένταξη στον «Συνεταιρισμό για την Ειρήνη» που είναι πρόγραμμα της Ε.Ε. Κι’ αυτό για να μπορέσει απρόσκοπτα η Κυπριακή Δημοκρατία να συμμετέχει καθ’ ολοκληρίαν στον Ευρωπαϊκό πυλώνα άμυνας και ασφάλειας. Διότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κοπεγχάγης το 2002 ρητά απέκλεισε Κύπρο και Μάλτα από την κοινή πολιτική Ασφάλειας και άμυνας της Ε.Ε επειδή ούτε χώρες – μέλη του ΝΑΤΟ ήταν ούτε στο «Συνεταιρισμό για την ειρήνη» συμμετείχαν. Περιέργως παρ’ όλο που η σημερινή κυβέρνηση, όταν βρισκόταν στην αντιπολίτευση, υποστήριζε την ένταξη στο «Συνεταιρισμός για την Ειρήνη» έβαλε το θέμα στο «ψυγείο». Το γεγονός ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα υπάρξει τουρκικό βέτο δεν αποτελεί λόγο για να μην υποβληθεί αίτηση. Αντίθετα. Η Τουρκία θα εκτεθεί αφού θα παρουσιαστεί ως παρεμποδίζουσα την ομαλή λειτουργία – ενίσχυση του ευρωπαϊκού πυλώνα άμυνας και ασφάλειας.

*Πρώην Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων.