Σε τηλεφωνική επικοινωνία του γραφείου μας με το Reuters, η δημοσιογράφος διερωτήθηκε γιατί δεν υπάρχει έντονη αντίδραση της Κύπρου στην πρόταση της Ε.Ε. όπως απαγορευτούν οι αγορές ακινήτων Ρώσων (και ρωσικών εταιρειών) στις χώρες μέλη.
Πληροφορηθήκαμε ότι στο στάδιο αυτό δεν υπάρχει πρόνοια για απαγόρευση σε ό,τι αφορά τις ενοικιάσεις, παρά μόνο αγορές ακινήτων (ποιος ξέρει μετά;).
Εδώ υπάρχει και η εξήγηση/θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι «τα μέτρα εναντίον της Ρωσίας δεν πρέπει να πλήττουν περισσότερο τα κράτη μέλη της Ε.Ε. από ό,τι τη Ρωσία». Τώρα, στον τομέα μας, υπάρχει και η εξήγηση.
Έτσι, έχουμε τη μείωση του τουρισμού από τη Ρωσία (με κύριο ευεργετηθέντα την Τουρκία), το κλείσιμο/περιορισμό/εγκατάλειψη επιχειρήσεων ρωσικών συμφερόντων (π.χ. η διαφοροποίηση της λειτουργίας της RCB Bank), την απόλυση/μείωση προσωπικού και στο τέλος τη μείωση του μόνιμου τουρισμού και αύξηση της ανεργίας. Για χώρες όπως η δική μας, που έχουν περιορισμένες πηγές ξένου συναλλάγματος, τι θα παραμείνει στο τέλος-τέλος;
Άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης έχουν και άλλα εισοδήματα και ίσως η πιο πάνω πρόταση να μην τις ενοχλεί σε μεγάλο βαθμό, αλλά σ’ εμάς εδώ τι θα γίνει; Χρειάστηκαν πέραν των 30 ετών να κτιστεί αυτή η σχέση Κύπρου-Ρωσίας στον τομέα των ακινήτων και τώρα οδεύουμε προς πλήρη κατάρρευση. Υπάρχουν τώρα και άλλες αντιδράσεις (εκτός Κύπρου, Μάλτας, κλπ) όπως εκείνες στην Ιταλία και Ουγγαρία, ενώ, αντίθετα, οι χώρες της Βαλτικής και η Πολωνία επιμένουν να έχουν πιο αυστηρή στάση.
Ως και εάν αυτό δεν είναι αρκετό, έχουμε και τις αναμενόμενες χρεώσεις για τους ρύπους, που κατά τον Υπουργό Συγκοινωνιών θα φέρουν μια καθ’ υπολογισμό μείωση στον τουρισμό της Κύπρου γύρω στο 20% της συνολικής αγοράς (λόγω αύξησης στις τιμές των αεροπορικών εισιτηρίων). Εάν προεκτείνουμε και αυτό το ποσοστό μείωσης στην αγορά ακινήτων (το μέχρι πρόσφατα ποσοστό αγορών από Ρώσους ήταν στα επίπεδα του 15% περίπου), είναι πρόδηλο ότι η αγορά ακινήτων από αυτήν την αγορά θα μειωθεί τουλάχιστον κατά 50%.
Όσον αφορά τώρα τις μεγάλες αναπτύξεις, υπάρχει η πρόταση, λόγω της αδυναμίας της Δημόσιας Υπηρεσίας να ανταποκρίνεται έγκαιρα σε αιτήσεις, να διορίζεται διευθυντής έργου, ο οποίος θα «τρέξει» την αίτηση, με στόχο η μέγιστη (;) περίοδος έκδοσης αδειών να είναι οι 12 μήνες. Υπάρχει όμως η πρόνοια ότι ο διευθυντής αυτός του έργου θα είναι δημόσιος υπάλληλος (γιατί όχι και ιδιωτικό γραφείο;). Δηλαδή, η πρόταση αυτή θα αντικαταστήσει τους δημόσιους υπαλλήλους, που απέτυχαν να ανταποκριθούν έγκαιρα, με άλλους (παρόμοιας αδιαφορίας;). Η πρόνοια αυτή προβλέπει όπως τίθενται χρονικά πλαίσια για απαντήσεις σε αιτήσεις από τις διάφορες δημόσιες Αρχές. Μα και τώρα υπάρχουν χρονικά πλαίσια για αιτήσεις, που δεν τηρούνται, ακόμα και μετά τον πρόσφατο καθορισμό προστίμων. Για παράδειγμα, αίτηση από Ρώσο επενδυτή για οικολογικό πάρκο στο Τρόοδος, έργο το οποίο εγκατέλειψε μετά από δύο χρόνια, αφού δεν έλαβε απάντηση για το ύψος του ενοικίου από το Κτηματολόγιο και αυτό παρόλη της έγκρισης της αίτησης του από το Υπουργικό Συμβούλιο.
Θα κοστίζει λοιπόν στον καλόπιστο επενδυτή να πληρώσει €10.000 ως προκαταβολή, πλέον άλλα έξοδα, μέχρι την έκδοση της άδειας, πλέον ασφαλώς το κόστος της άδειας κλπ. Δηλαδή, ο επενδυτής θα πρέπει να πληρώνει για την αδυναμία της Δημόσιας Υπηρεσίας, με την ελπίδα για καλύτερη ανταπόκριση; Πώς είναι δυνατόν αυτό να επιτευχθεί, μια και που «ο Μανωλιός θα βάλει τα ρούχα αλλιώς»; Όσον αφορά δε την «ταχύτητα» με την οποία το Συμβούλιο Παρεκκλίσεων αποφασίζει, καλύτερα να μην το ψάχνετε, διότι θα σας προκαλέσει κατάθλιψη.
Κατά τη δική μας άποψη, αυτοί οι διευθυντές έργων θα μπορούσαν εκτός από δημόσιοι υπάλληλοι να επιτρέπεται να είναι και ιδιώτες (βάσει εγκεκριμένου καταλόγου από το ΕΤΕΚ), οι οποίοι να διατηρούν ημερολόγιο των δραστηριοτήτων τους, με τις ανάλογες καταγγελίες στον Επίτροπο Διοίκησης για επιβολή προστίμων κλπ (όπως προνοεί και ο σχετικός νόμος τώρα). Με τις 40 ημέρες άδειας, πλέον άδεια ασθενείας, μας είναι αδύνατον πώς θα επισπευσθούν οι διαδικασίες με τους δημόσιους υπαλλήλους.