Στις μέρες μας, πολλοί ερευνητές έχουν αναδείξει και συζητήσει το θέμα της σχολικής βελτίωσης. Υπάρχουν διάφορες απόψεις σχετικά με το τι ενθαρρύνει τη σχολική βελτίωση και ποιο είναι το συστατικό επιτυχίας της. Η λέξη «βελτίωση» προκαλεί από μόνη τις κάποιες αρνητικές σκέψεις, αφού για να θέλουμε να βελτιώσουμε κάτι σημαίνει πως δεν είναι τόσο αποτελεσματικό. Η σχολική βελτίωση είναι ή τουλάχιστο θα έπρεπε να είναι κάτι που θα έπρεπε να απασχολεί όλους τους σχολικούς οργανισμούς. Ένα σχολείο είτε βελτιώνεται είτε χειροτερεύει. Δε μπορεί να μένει στάσιμο, αφού το περιεχόμενο του αλλάζει συνεχώς.

 Οι πρακτικές που χρησιμοποιούνται στην τάξη είναι αυτές που έχουν άμεση επίδραση στη μάθηση. Η επιτυχία των μαθητών και η μάθηση έχει το πρώτιστο ρόλο σε μια σχολική μονάδα. Εκτός αυτού, εξίσου σημαντικές είναι και οι εσωτερικές συνθήκες που επικρατούν σε ένα σχολικό οργανισμό. Το δεύτερο πρέπει να συμπληρώνει το πρώτο. Η αυθεντική σχολική βελτίωση επιτυγχάνεται όταν η ανάπτυξη επικεντρώνεται ταυτόχρονα και στις εσωτερικές συνθήκες που επικρατούν στο σχολικό οργανισμό. Συνθήκες είναι τα εσωτερικά χαρακτηριστικά του σχολείου, οι «διευθετήσεις» που γίνονται ώστε να επιτελείτε το έργο. Αν δεν επικεντρωνόμαστε παράλληλα και στη βελτίωση των εσωτερικών συνθηκών του σχολείου τότε ακόμα και πρωτοβουλίες σχετικά με πρακτικές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν  στην τάξη περιθωριοποιούνται. 

Οι σχεδιασμοί για σχολική βελτίωση δίνουν έμφαση στο να εμπλουτίσουν και να βελτιώσουν τις εσωτερικές συνθήκες που επικρατούν στον οργανισμό προβαίνοντας παράλληλα με αλλαγές που αφορούν τα μαθήματα και τη διδασκαλία με σκοπό να βελτιώσουν την επίδοση των μαθητών. Οι έρευνες που έγιναν, έδειξαν ότι κρίθηκε απαραίτητο να τροποποιηθούν τόσο οι συνθήκες σε επίπεδο τάξης όσο και οι συνθήκες σε επίπεδο σχολείου ώστε οι στρατηγικές για βελτίωση του σχολείου να έχουν αντίκτυπο στην επίδοση των μαθητών (Scheemers, 1992·Creemers, 1994·Joyce &Showers, 1995).

Είναι γεγονός ότι εκπαιδευτικοί και σχολείο έρχονται αντιμέτωποι με διάφορες προκλήσεις όταν αρχίσουν το ταξίδι με κατεύθυνση την βελτίωση. Οι εκπαιδευτικοί αφενός θα συναντήσουν καινούριες τεχνικές  που θα τους βοηθήσουν να αποκτήσουν νέες δεξιότητες, με καινούρια διδακτέα ύλη και το σχολείο αφετέρου θα αναγκαστεί να εργαστεί με καινούριες τακτικές οι οποίες δε θα είναι συμβατές με τις υπάρχουσες οργανωτικές δομές (Hopkins, 2001). 

Για αυτό τον λόγο, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, παράλληλα με τη βελτίωση σε επίπεδο τάξεις πρέπει να βελτιώνονται και οι συνθήκες σε επίπεδο σχολείου. Ποιοι όμως είναι αυτοί οι παράγοντες οι οποίοι μπορούν να υποστηρίξουν τη διαδικασία της σχολικής βελτίωσης; 

Οι παράγοντες αυτοί όπως παρουσιάζονται από τον David Hopkins στο βιβλίο του «School Improvement for Real» είναι η δέσμευση στην ανάπτυξη των εκπαιδευτικών, η συμμετοχή του προσωπικού, των μαθητών και της ευρύτερης σχολικής κοινότητας στις αποφάσεις και την πολιτική του σχολείου καθώς και η προσέγγιση συναλλακτικής ηγεσίας. Επιπλέον, όπως αναφέρει, είναι σημαντικό να χρησιμοποιούνται αποτελεσματικές στρατηγικές για συντονισμό κινήσεων, να δίνεται έμφαση στα θετικά αποτελέσματα που μπορεί να έχουν οι εξετάσεις και η κριτική καθώς και το να υπάρχει δέσμευση στο να υπάρχει συνεργασία όσο αφορά τον προγραμματισμό. Ακολούθως, θα αναλύσουμε το πως η αξιολόγηση, η αμφισβήτηση και ο συνεργατικός σχεδιασμός μπορούν να συμβάλουν στη σχολική βελτίωση.

 

Η αξιολόγηση και η αμφισβήτηση ως παράγοντες σχολικής βελτίωσης

Τα σχολεία τα οποία αναγνωρίζουν ότι η αξιολόγηση και η αμφισβήτηση των μαθητών είναι σημαντικοί παράγοντες για τη σχολική βελτίωση βρίσκουν πιο εύκολο το να προσπαθούν να βελτιωθούν στηριζόμενοι στις υπάρχουσες προτεραιότητες από άλλους σχολικούς οργανισμούς. Είναι πολύ σημαντικό να συλλέγονται συχνά στοιχεία σχετικά με την επιτυχία των μαθητών. Τα αποτελεσματικά σχολεία είναι αυτά που έχουν ξεκάθαρα κριτήρια επιτυχίας και αξιολογούν τους μαθητές τους συστηματικά. 

Πολλές φορές η αξιολόγηση που γίνεται από εξωτερικούς φορείς θεωρείται πιο σημαντική, ενώ στην ουσία είναι αυτή που γίνεται εσωτερικά που παρέχει τις πιο χρήσιμες πληροφορίες οι οποίες θα βοηθήσουν στη λήψη αποφάσεων. Όπως και να έχει, η απλή συλλογή δεδομένων δεν θα βοηθήσει ένα σχολικό οργανισμό να βελτιωθεί (Hoplkins, 2001). 

Για να συμβάλει η αξιολόγηση στη σχολική βελτίωση πρέπει αυτή να γίνεται συστηματικά και τα ευρήματα της να χρησιμοποιούνται για τη λήψη αποφάσεων. Επιπλέον, πρέπει να υπάρχουν αποτελεσματικές τεχνικές ώστε να παρακολουθείται η πρόοδος. Ακόμα ένα σημείο που είναι σημαντικό, είναι η εμπλοκή του προσωπικού στη συλλογή και ανάλυση των δεδομένων. Τέλος, πρέπει να υπάρχουν ξεκάθαροι κανονισμοί για τη συλλογή, τον έλεγχο και τη χρήση των δεδομένων.

 

Συνεργατικός σχεδιασμός

Οι συνεχιζόμενος έρευνες γύρω από τη σχολική βελτίωση κατά την περίοδο του 1990 έδειξαν πως ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται ο όρος σχέδιο βελτίωσης έχει αλλάξει (MacGilchrist et al., 1997·Hopkins and MacGilchrist, 1998). Μια συγκεκριμένη έρευνα (MacGilchrist et al., 1995) έδειξε ότι τα σχολεία που επιδεικνύουν καλύτερες τεχνικές σχετικά με το προγραμματισμό, τον χρησιμοποιούν ως στρατηγική ώστε να προάγουν την πρόοδο και την επιτυχία των μαθητών τους. Η σημαντική διαφορά ανάμεσα σε αυτή τη προσέγγιση και στις προηγούμενες που αφορούν το σχεδιασμό έγκειται στο γεγονός ότι αυτή έχει τις ρίζες της στην τάξη. 

Αυτό το είδος σχεδιασμού επικεντρώνεται στη μάθηση, την πρόοδο και την επιτυχία των μαθητών. Έπειτα από αυτό το σχεδιασμό ακολουθεί  αναζητείται η καλύτερη διδακτική τεχνική, η οποία μπορεί να στηρίξει το σχεδιασμό. Η στρατηγική αυτή υποστηρίζεται από οποιαδήποτε αλλαγή κριθεί απαραίτητη όπως αλλαγή όσων αφορά τα μαθήματα, την επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών, το πρόγραμμα, το προϋπολογισμό του σχολείου κ.τ.λ. Αυτός ο προγραμματισμός διαφέρει από αυτόν όπου επικεντρώνεται μόνο στις εξωτερικές αλλαγές οι οποίες δεν έχουν άμεση επίδραση σε αυτά που συμβαίνουν στη τάξη (Hopkins, 2001).

Παρ’ όλο που η διαδικασία προγραμματισμού δεν είναι εύκολη για όλα τα σχολεία, η συνεργασία είναι το κλειδί για ένα επιτυχή προγραμματισμό. Η εμπλοκή για τη δημιουργία πλάνου είναι πιο σημαντική από το ίδιο το πλάνο. Είναι μέσω του προγραμματισμού, μέσα από ομαδική εργασία που αναδύονται οι στόχοι. Το πλάνο είναι το υπο-προϊόν αυτής της δραστηριότητας και σχεδόν πάντα χρειάζεται αναθεώρηση μία ή και περισσότερες φορές. Τα πλεονεκτήματα της διαδικασίας προγραμματισμού διαρκούν περισσότερο από το πλάνο (Hopkins, 2001).

Κλείνοντας, πρέπει να αναφέρουμε πως η σχολική βελτίωση είναι μοναδική για κάθε σχολείο εξαιτίας της διαφορετικότητας του κάθε σχολικού οργανισμού όσο αφορά την σύνθεση τόσο των μαθητών όσο και των εκπαιδευτικών. Οι θεωρίες και οι έρευνες γύρω από το θέμα της σχολικής βελτίωσης είναι σίγουρα ένα πολύτιμο εργαλείο στα χέρια του υπουργείου παιδείας της κάθε χώρας, ουσιαστικά  όμως αυτή θα επέλθει από τους κόλπους του ίδιου του οργανισμού (Barth, 1990) και δεν μπορεί να επιβληθεί από τρίτους. 

* Εκπαιδευτικός – ΜΑ Εκπαιδευτική Ηγεσία