Οκτώ περίπου μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές και ενώ οι κομματικές επιλογές και οι διεργασίες των δυο παραδοσιακών πόλων έχουν διαμορφωθεί και έχουν κλειδώσει, βλέπουμε τα κόμματα του λεγόμενου ενδιάμεσου χώρου να εξακολουθούν να καταγράφουν μια σχετική δυστοκία στις επιλογές τους και πρωτίστως να παρουσιάζουν μη αναστρέψιμη δυστοκία ως προς τον σχηματισμό ενός υγιούς τρίτου πόλου, που θα μπορούσε να έχει προοπτική ανατροπής των υφιστάμενων επικρατούντων τάσεων. Αντ’ αυτού, βλέπουμε τις εν λόγω ηγεσίες να παρουσιάζονται ουραγοί των εξελίξεων και κατά κάποιο τρόπο να εξαναγκάζονται να ακολουθήσουν επιλογές και τάσεις που αποτελούν προεκτάσεις των υφιστάμενων τάσεων.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο, ένα βασικό χαρακτηριστικό, το οποίο φαίνεται εδώ και αρκετούς μήνες να οριοθετεί και να προδιαγράφει τη φυσιογνωμία της επικείμενης εκλογικής αναμέτρησης, είναι ότι οι εκλογές εξελίσσονται σε «συναγερμική» υπόθεση, με κυριότερους παίκτες, προσωπικότητες προερχόμενες όχι απλά από τον ευρύτερο χώρο του κυβερνώντος κόμματος, αλλά από τον στενό περίγυρο του απερχόμενου Προέδρου της Δημοκρατίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Επιπροσθέτως, βλέπουμε την υποψηφιότητα του τέως υπουργού Εξωτερικών, Νίκου Χριστοδουλίδη, να εξακολουθεί να καταγράφει ένα σαφές έρεισμα στις προτιμήσεις της κοινής γνώμης και ειδικότερα της ευρύτερης δεξιάς και κεντροδεξιάς δεξαμενής ψηφοφόρων και να παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, παρά τα επικοινωνιακά σφάλματα (παγίδες αν θέλετε) που χαρακτήρισαν την εξαγγελία της συγκεκριμένης υποψηφιότητας, την απουσία ενός διαυγούς πολιτικού στίγματος, αλλά και παρά τα πυρά και την αποδόμηση που υπόκειται από τον κομματικό κορμό του Δημοκρατικού Συναγερμού.
Ένα άλλο αποτύπωμα της παρούσας προεκλογικής περιόδου, όπως αυτό προδιαγράφεται το τελευταίο χρονικό διάστημα, είναι η μονοδιάστατη αξιολόγηση που επιχειρείται από πλευράς της κυβερνώσας παράταξης. Αποκορύφωμα της πιο πάνω τακτικής μπορεί να χαρακτηριστεί η άνευ προηγούμενου εργαλειοποίηση που είδαμε να επιδέχεται η δυστυχής συγκυρία του αδόκητου θανάτου της υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας, Ζέτας Αιμιλιανίδου. Είναι προφανές ότι η πιο πάνω ατυχής συγκυρία και το κοινωνικό πρόσημο της μακαριστής υπουργού έχει χρησιμοποιηθεί προκειμένου να επικαλύψει αφηγήματα και να διασκεδάσει εντυπώσεις, αποκρύβοντας επιλεκτικά, βαρίδια και αντιφάσεις που βαραίνουν την παρούσα κυβέρνηση, όπως π.χ. η κατάρρευση του συνεργατισμού, τα χρυσά διαβατήρια κ.λπ.
Ένα επιπλέον γνώρισμα της παρούσας προεκλογικής περιόδου, όπως αυτό αποτυπώνεται μέσα από τη συμπεριφορά του εκλογικού σώματος, είναι το αφήγημα της χαμένης ψήφου. Παρά το γεγονός ότι βλέπουμε το εκλογικό σώμα να ρευστοποιείται και να εκφράζει εμπράκτως τη δυσαρέσκειά του απέναντι στην επικρατούσα τάση του παλαιοκομματικού συστήματος, βλέπουμε το αφήγημα της χαμένης ψήφου, όπως αυτό αναπτύσσεται και προωθείται από το κομματικό σύστημα αλλά και από τη στάση μεγάλης μερίδας των μέσων μαζικής ενημέρωσης, να εξακολουθεί να έχει επιρροή και να διαμορφώνει τις εκλογικές τάσεις των ψηφοφόρων.
Συγκεκριμένα, μέσα από τις αντιδράσεις του εκλογικού σώματος μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι το αφήγημα της χαμένης ψήφου χαρακτηρίζει μεγάλη μερίδα του εκλογικού σώματος, με αποτέλεσμα να δημιουργεί πολλαπλές ταχύτητες υποψηφιοτήτων και κατ’ επέκταση να προκαθορίζει δυσοίωνες προοπτικές για τις ανεξάρτητες και αντισυστημικές (και θα ήθελα να τονίσω τον συγκεκριμένο όρο) υποψηφιότητες. Σε αυτόν ακριβώς τον άξονα, τονίζεται ξανά ότι το εκλογικό σώμα πρέπει να αποκαταστήσει την πλειοψηφική του ισχύ, ανατρέποντας επιτέλους το εύχρηστο, για ορισμένους, αφήγημα της χαμένης δήθεν ψήφου και κεφαλαιοποιώντας τη ρευστοποίηση του πολιτικού σκηνικού.
*Λέκτορας επικοινωνίας, σύμβουλος εταιρικής επικοινωνίας, ερευνητής