Η πατρίδα μας σημείωσε φέτος πτώση 7 θέσεων σε θέματα ανταγωνιστικότητας, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία από το Παγκόσμιο Κέντρο Ανταγωνιστικότητας IMD. Όπου ένας από τους κύριους παράγοντες ήταν οι αδυναμίες μας στο θεσμικό πλαίσιο, η γραφειοκρατία, τα θέματα διαφθοράς/διαπλοκής και η αδιαφάνεια στον τρόπο λειτουργίας του Δημοσίου.
Το έχουμε ξαναγράψει – όταν σύμφωνα με το Transparency International, ανήλθαμε τον Γενάρη φέτος, στην τραγική πρώτη θέση στην Ευρώπη με ποσοστό 65% όπως μετριέται από το Διεθνές Βαρόμετρο Διαφθοράς: Η διαφθορά και η διαπλοκή καταστρέφουν. Δεν χτίζουν. Επηρεάζουν αρνητικά την οικονομία μακροπρόθεσμα, ακυρώνοντας πολύ γρήγορα τα όποια πρόσκαιρα οικονομικά οφέλη μπορεί να επιφέρει το όποιο «λάδωμα» των γραναζιών. Υπονομεύουν τη λειτουργία των Θεσμών, αλλά και την αποτελεσματικότητα της κρατικής μηχανής, αφού δημιουργεί ένα φαύλο κύκλο και εξάρτηση από κίνητρα και διαδικασίες ως αποτέλεσμα της διαπλοκής. Εξάρτηση που δυστυχώς παραμένει για ένα σημαντικό διάστημα μετά. Ως αποτέλεσμα, επηρεάζονται οι πραγματικές και ωφέλιμες επενδύσεις στην οικονομία. Αποθαρρύνονται σοβαροί και θεσμικοί επενδυτές μέσα από το επιπλέον κόστος ή/και τις αδιαφανείς διαδικασίες που απαιτούνται ούτως ώστε να δύνανται να λειτουργήσουν ως οικονομικές μονάδες, ενώπιον των επενδυτών τους. Και είναι αυτό ακριβώς που μετρά ο δείκτης ανταγωνιστικότητας.
Άρα με βάση τη λογική, όσο και τα ατράνταχτα οικονομικά επιχειρήματα κατά της διαφθοράς, θα ανέμενε κανείς ότι το μόνο που θα χρειαζόταν για να εκριζώσουμε ανάλογες πρακτικές θα ήταν απλά μια καλά ενημερωμένη κοινωνία των πολιτών. Που μέσα από την ψήφο τους θα απομάκρυναν πολιτικούς που είτε αποτελούν ενεργό μέρος της διαφθοράς είτε την υποβοηθούν και την υποθάλπουν μέσα από συγκάλυψη ή/και την άρνηση ότι αυτή υφίσταται. Λογικά αν η κοινωνία γνωρίζει για τη διαφθορά, και αφού ενυπάρχουν αδιαμφησβήτητα στοιχεία και εμπειρικές μελέτες που καταδεικνύουν ότι το κόστος από τη διαφθορά είναι τεράστιο για τις μελλοντικές γενεές, αυτοί που υπόσχονται πόλεμο κατά της διαφθοράς θα δημιουργούσαν λαϊκό έρεισμα.
Δυστυχώς, όμως, η πραγματικότητα έρχεται να αμφισβητήσει τη βασική προϋπόθεση ότι οι ψηφοφόροι θα επένδυαν χρόνο για να πληροφορηθούν επαρκώς για τις λεπτομέρειες (πολλές φορές τεχνικής φύσης) γύρω από τα όσα τόσο συγκεκριμένα ακούγονται και γράφονται για περιπτώσεις διαπλοκής και διαφθοράς. Ακόμη και σε έκδηλες και αυταπόδειχτες περιπτώσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας. Όπως τις περιπτώσεις των «χρυσών διαβατηρίων», της κατάρρευσης του Συνεργατισμού, την εκπροσώπηση της RyanAir, τα δωρεάν ταξίδια στις Σεϋχέλλες, τον πόλεμο σε Θεσμούς, τις παρεμβάσεις στις κυπριακές εποπτικές αρχές. Ιδιαίτερα όταν στον θόρυβο της υπερ-πληροφόρησης της εποχής μας, αλλά και των ψευδών ειδήσεων, η διαδικασία ορθής πληροφόρησης καθίσταται πολύπλοκη, χρονοβόρα και δύσκολη. Πόσω μάλλον όταν ο πολίτης θεωρεί ότι η μια και μόνη ψήφος που διαθέτει δεν επαρκεί για να καθορίσει το όποιο αποτέλεσμα. Δημιουργώντας αυτό που ονομάζουν πολιτικοί μελετητές «ορθολογιστικά αδαείς» ψηφοφόροι.
Και έτσι, στην απουσία ενός αποτελεσματικού θεσμικού μηχανισμού καταπολέμησης της διαφθοράς, ο πολιτικός ανταγωνισμός από μόνος του δεν είναι πάντοτε δυνατό να πολεμήσει τη διαφθορά και τη διαπλοκή.
Στην περίπτωση μας, όμως, ανάλογος μηχανισμός απλά δεν υπάρχει. Και ούτε δυστυχώς και σημαντικός πολιτικός ανταγωνισμός, που να δύναται προς το παρόν να απειλήσει ανατροπή και αντιστροφή του φαινομένου. Τουναντίον, η πολιτική μας σκηνή όσο και η πλειοψηφία των παραδοσιακών ΜΜΕ, φαίνεται να κυριαρχούνται σήμερα από ένα πολιτικό χώρο και τις παραφυάδες του. Δεν είναι τυχαία άλλωστε η βουτιά της πατρίδας μας σε θέματα διαπλοκής/διαφθοράς, ελευθεροτυπίας και ανταγωνιστικότητας. Αλληλένδετα με βάση όλες τις εμπειρικές μελέτες στον χώρο.
Άρα η μόνη δυνατή διέξοδος από τη διαβρωτική διαφθορά, είναι αυτή που επιβάλει τη μετάβαση της κοινωνίας μας από ορθολογιστικά αδαείς πολίτες σε καλά πληροφορημένους πολίτες. Μέσα από την αμφισβήτηση, την επένδυση στην γνώση, την αντίδραση και γενικά την πιο ενεργή ανάμειξη της κοινωνίας στα πολιτικά δρώμενα.
* Ο Δρ. Πλατής είναι Διδάκτορας Χρηματοοικονομικών του Πανεπιστημίου του Cambridge