Η Wall Street μπορεί να είναι γεμάτη από συζητήσεις περί ύφεσης το επόμενο έτος, ωστόσο η κατάσταση όσον αφορά την αγορά ενέργειας είναι μια άλλη ιστορία. Οι περισσότεροι traders, υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και αναλυτές, βλέπουν τη ζήτηση πετρελαίου να αυξάνεται μέσα στο 2023 και η προσφορά να δυσκολεύεται να συμβαδίσει μαζί της.

Σε ιδιωτικές συζητήσεις, δυτικοί αξιωματούχοι ανησυχούν ότι το αργό πετρέλαιο τύπου Brent θα φτάσει σύντομα τα 150 δολάρια το βαρέλι, από περίπου 120 δολάρια σήμερα. Κάποιοι φοβούνται ότι θα συνεχίσει να αυξάνεται, με την πλέον άγρια φημολογία να κάνει λόγο για πετρέλαιο που θα αγγίζει τα 175 δολάρια ή ακόμα και τα 180 δολάρια μέχρι το τέλος του 2022, λόγω της εκτιναχθείσας ζήτησης μετά την Covid και των ευρωπαϊκών κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Και το σοκ δεν πρόκειται να τελειώσει φέτος.

Εν μέσω ευρέως διαδεδομένων φόβων για εκτίναξη της τιμής του πετρελαίου αυτό το καλοκαίρι, μια νέα καταιγίδα αναπτύσσεται στον ορίζοντα: το πετρελαϊκό σοκ δεν θα τελειώσει το 2022. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα ξεδιπλωθεί και στο επόμενο έτος.

Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) θα δημοσιεύσει την πρώτη του εκτίμηση για το ισοζύγιο προσφοράς και ζήτησης πετρελαίου για το 2023 την Τετάρτη – σηματοδοτώντας την έναρξη της αλλαγής έμφασης προς το επόμενο έτος, τη στιγμή που οι επενδυτές επικεντρώνουν όλο και περισσότερο την προσοχή τους σε αυτό.

Ήδη, χρήματα έχουν εισρεύσει στο συμβόλαιο Brent παράδοσης Δεκεμβρίου 2023, ανεβάζοντας την τιμή του κοντά στα 100 δολάρια – ένα σαφές σημάδι ότι οι traders βλέπουν την αγορά “στενής προσφοράς” να διαρκεί. Η προοπτική υψηλότερης τιμής πετρελαίου για μεγαλύτερη διάρκεια θα εντείνει τις παγκόσμιες πληθωριστικές πιέσεις και θα διαβρώσει τα περιθώρια κέρδους των εταιρειών του ευρύτερου κλάδου της μεταποίησης.

 

Παραγωγή και κατανάλωση

Ενώ όλοι περιμένουν την πρόβλεψη του ΔΟΕ, οι οίκοι εμπορίας εμπορευμάτων, οι πετρελαϊκές εταιρείες και οι χώρες-μέλη του OPEC, καθώς και οι δυτικές καταναλώτριες χώρες, έχουν ήδη κάνει τους υπολογισμούς τους. Η συναίνεση για τη ζήτηση πετρελαίου το 2023 κυμαίνεται μεταξύ επιπλέον 1 εκατομμυρίου βαρελιών την ημέρα και επιπλέον 2,5 εκατ. βαρελιών. Το 2022 είναι πιθανό να έχει αυξηθεί κατά 1,8 εκατ. βαρέλια την ημέρα, σύμφωνα με τον ΔΟΕ, σε περίπου 100 εκατομμύρια. Συνήθως, μια ετήσια αύξηση της ζήτησης άνω του 1 εκατομμυρίου την ημέρα θεωρείται αρκετά ισχυρή.

Η πλευρά της προσφοράς δεν μοιάζει πολύ πιο ευοίωνη. Στην καλύτερη περίπτωση, οι traders πετρελαίου αναμένουν από τη Ρωσία να διατηρήσει το σημερινό της επίπεδο, των περίπου 10 εκατομμυρίων βαρελιών την ημέρα, μειωμένο κατά περίπου 10% από την περίοδο πριν την εισβολή της στην Ουκρανία. Πολλοί όμως πιστεύουν ότι μπορεί να υποχωρήσει κατά άλλο 1 εκατομμύριο βαρέλια ή ακόμα και 1,5 εκατ. βαρέλια.

Το καρτέλ του OPEC+, το οποίο ξεκίνησε το 2022 με άφθονη πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, αγγίζει επίσης τα παραγωγικά του όρια. “Με εξαίρεση δύο-τρία μέλη, όλoι οι υπόλοιποι κινούνται στα όριά τους”, δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ο γενικός γραμματέας του OPEC Μοχάμαντ Μπαρκίντο, αναφερόμενος στη Σαουδική Αραβία και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Το αποτέλεσμα θα είναι πιθανότατα μια τρίτη συνεχόμενη χρονιά μείωσης των υφιστάμενων αποθεμάτων πετρελαίου – και αυτό μετά από μια απότομη πτώση των παγκόσμιων αποθεμάτων αργού και διυλισμένων προϊόντων τους τελευταίους 18 μήνες.

Μέχρι στιγμής φέτος, οι δυτικές κυβερνήσεις έχουν μετριάσει τον αντίκτυπο της πτώσης της προσφοράς απελευθερώνοντας τα περισσότερα βαρέλια από τα στρατηγικά τους αποθέματα πετρελαίου στην ιστορία τους. Χωρίς περαιτέρω ενέργειες, οι συγκεκριμένες απελευθερώσεις ποσοτήτων έκτακτης ανάγκης θα λήξουν τον Νοέμβριο, αφαιρώντας το μεγαλύτερο μαξιλάρι που διαθέτει αυτή τη στιγμή η αγορά.

 

Διύλιση και περαιτέρω εκτίναξη τιμών

Ο κλάδος της διύλισης αντιπροσωπεύει ένα άλλο πρόβλημα. Ο κόσμος ουσιαστικά έχει εξαντλήσει την πλεονάζουσα ικανότητα να μετατρέπει το αργό σε χρησιμοποιήσιμα καύσιμα, όπως βενζίνη και ντίζελ. Ως αποτέλεσμα, τα περιθώρια κέρδους των διυλιστηρίων έχουν εκραγεί, γεγονός που με τη σειρά του σημαίνει ότι οι καταναλωτές πληρώνουν πολύ περισσότερα για να γεμίσουν τις δεξαμενές τους απ’ ό,τι υποδηλώνουν οι τιμές του πετρελαίου.

Ο κλάδος μετρά τα περιθώρια διύλισης, χρησιμοποιώντας έναν πρόχειρο υπολογισμό που ονομάζεται “3-2-1 crack spread”: τρία βαρέλια αργού πετρελαίου West Texas Intermediate διυλίζονται σε δύο βαρέλια βενζίνης και ένα απόσταγμα καυσίμου, όπως το ντίζελ. Από το 1985 έως το 2021, το spread – το χάσμα μεταξύ της τιμής του αργού και των διυλισμένων προϊόντων – ήταν κατά μέσο όρο περίπου 10,50 δολάρια το βαρέλι. Την περασμένη εβδομάδα εκτινάχθηκε σε υψηλό όλων των εποχών, σχεδόν 61 δολ.

Πολύ λίγα νέα διυλιστήρια θα τεθούν σε λειτουργία τους επόμενους 18 μήνες, υποδηλώνοντας ότι τα περιθώρια ενδέχεται να παραμείνουν υψηλά για το υπόλοιπο του έτους, αλλά και μέσα στο 2023.

Η εικόνα του 2023 έχει μερικούς μεγάλους άγνωστους Χ – και οι περισσότεροι από αυτούς σχετίζονται με τη δράση των κυβερνήσεων. Το καθένα από αυτά τα ερωτηματικά μπορεί να μετατοπίσει την προσφορά και τη ζήτηση κατά 1 έως 1,5 εκατομμύριο βαρέλια την ημέρα, κάτι περισσότερο από αρκετά για να μετακινήσουν σημαντικά τις τιμές.

Το πιο σημαντικό είναι η διάρκεια των πετρελαϊκών κυρώσεων κατά της Ρωσιας, οι οποίες συνδέονται με την εισβολή της στην Ουκρανία. Τα άλλα είναι η πολιτική μηδενικής ανοχής στον Covid της Κίνας, οι κυρώσεις της Δύσης κατά του Ιράν και της Βενεζουέλας και η απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων.

Τα σοκ στην τιμή του πετρελαίου συνήθως μένουν στη μνήμη λόγω του ύψους τους. Αυτό όμως είναι μόνο το ήμισυ του ζητήματος. Το άλλο μισό είναι η διάρκειά τους. Κι εκεί είναι που η προοπτική των προβλέψεων για το 2023 έχει μεγαλύτερη σημασία.

Η τελευταία εκτίναξη της τιμής του πετρελαίου ήταν σύντομη. Μετά από μια ήπια αύξηση τιμών το 2007 και στις αρχές του 2008, το ράλι επιταχύνθηκε τον Μάιο του 2008, με τις τιμές να σκαρφαλώνουν πάνω από τα 120 δολ. Μέχρι τον Ιούλιο, οι τιμές του πετρελαίου είχαν φτάσει στο ανώτατο όριο των 147,50 δολαρίων, ωστόσο στις αρχές Σεπτεμβρίου, είχαν πέσει κάτω από τα 100 δολάρια. Το Brent διαπραγματευόταν κάτω από τα 40 δολάρια τον Δεκέμβριο του 2008.

* Από το BloombergOpinion, αποκλειστική συνεργασία με Φιλελεύθερο