Το 1984 είχα το μοναδικό προνόμιο ως τελειόφοιτος του Παγκυπρίου Γυμνασίου να έχω καθηγητή μου στο μάθημα της Ιστορίας τον κ. Φρίξο Πετρίδη. Οφείλω να ομολογήσω πως ο εξαίρετος αυτός διδάσκαλος επηρέασε σε σημαντικό βαθμό τις απόψεις μου. Ο κ. Πετρίδης μας είχε διδάξει πως «η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται». Αυτό που συμβαίνει είναι ότι, σε διάφορες χρονικές περιόδους λαμβάνουν χώρο ιστορικά γεγονότα που εξελίσσονται με παρόμοιο τρόπο και έχουν όμοια κατάληξη, χωρίς, ωστόσο, να είναι τα ίδια. Η Ιστορία λοιπόν δεν επαναλαμβάνεται. Οι ομοιότητες όμως της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο με αυτή της Ρωσίας στην Ουκρανία είναι περισσότερο από εμφανείς.
Η ύπαρξη κρατικής οντότητας που ενσωματώνει σημαντική μειονότητα διαφορετικής εθνικότητας αποτελεί και στις δύο περιπτώσεις σημείο αναφοράς. Οι Ελληνοκύπριοι φασίστες (ΕΟΚΑ Β΄) όπως και οι Ουκρανοί φασίστες υιοθέτησαν πολιτική αντιπαράθεσης έναντι της τουρκοκυπριακής και ρωσικής μειονότητας αντίστοιχα, καθοδηγούμενοι από άκρατο εθνικισμό. Έθεσαν ως στόχο τους την επίτευξη των «εθνικιστικών» (όχι εθνικών) τους επιδιώξεων και την κατάργηση των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των μειονοτήτων τους με κάθε δυνατό μέσο, συμπεριλαμβανομένης και της βίαιης ανατροπής της συνταγματικής τάξης. Οι διαδηλώσεις στο Μαϊντάν (πλατεία Ανεξαρτησίας) και το πραξικόπημα του 1974 αποτέλεσαν την αφορμή για τις τραγωδίες που ακολούθησαν. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην Κύπρο προηγήθηκε από το 1963 απόπειρα αλλαγής του Συντάγματος, πριν από την ανατροπή της συνταγματικής τάξης. Η ουσία όμως είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις, υπήρξε άμεση και σθεναρή αντίδραση των εθνικών μειονοτήτων στην Κύπρο και στην Ουκρανία υποβοηθούμενη ή/και υποκινούμενη από τις χώρες (Τουρκία/ Ρωσία) των ομοεθνών τους. Η λεγόμενη τουρκοανταρσία και η απόσχιση των ανατολικών επαρχιών του Λουγκάνσκ και του Ντόνετσκ ήταν περισσότερο από αναμενόμενη. Η αντίδραση αυτή αντί να ερμηνευτεί ως προειδοποίηση προς τους φασίστες των δύο χωρών και προοίμιο μελλοντικών εξελίξεων με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα, δεν λήφθηκε σοβαρά υπόψη. Ο φανατισμός και η εθελοτυφλία των άκρως εθνικιστικών ομάδων και στις δύο χώρες με την υποστήριξη της Δύσης δεν τους επέτρεψε να αντιληφθούν ότι πίσω από τους Τουρκοκύπριους και τους ρωσόφωνους της Ουκρανίας βρίσκονταν ισχυρά κράτη που θα αντιτάσσονταν στα σχέδιά τους ή μάλλον ήξεραν πολύ καλά τι θα συνέβαινε. Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ σε ομιλία του από τον εξώστη της Αρχιεπισκοπής λίγους μήνες πριν το πραξικόπημα είχε προειδοποιήσει ξεκάθαρα ότι πραξικόπημα στην Κύπρο θα οδηγούσε σε τουρκική επέμβαση και διχοτόμηση. Η δε Ρωσική Ομοσπονδία είχε προειδοποιήσει επανειλημμένα ότι δεν θα παρέμενε άπραγη σε περίπτωση που η κυβέρνηση του Κιέβου θα επιχειρούσε στρατιωτική ανακατάληψη του Ντονμπάς. Οι φασίστες παρ’ όλα αυτά, ακολούθησαν μεθοδικά και ευλαβικά τις οδηγίες των «Δυτικών Πατρώνων» τους, εξοπλίζονταν συστηματικά, κτυπούσαν Αστυνομικούς Σταθμούς, κανονιοβολούσαν το Ντονμπάς και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να τρομοκρατήσουν τους συμπατριώτες τους και όλους αυτούς που διαφωνούσαν μαζί τους. Οι μονομερείς ανακηρύξεις της «ΤΔΒΚ» και των «Λαϊκών Δημοκρατιών των Λουγκάνσκ και Ντόνετσκ» κάθε άλλο παρά απρόβλεπτες ήταν. Ακόμη και εκκλησιαστικό σχίσμα επικαλέστηκαν για να πετύχουν τους στόχους τους – αυτό και αν είναι ομοιότητα. Οι δικοί μας φασίστες χρησιμοποίησαν τους τρεις μητροπολίτες ενώ οι Ουκρανοί φασίστες με τις ευλογίες του Πατριάρχη επέφεραν το σχίσμα στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι μεν, οραματίζονταν την ένωση με την Ελλάδα και οι δε, την ένταξη στη Δύση και στο ΝΑΤΟ. Οι εξελίξεις ήταν κάθε άλλο παρά απρόκλητες και αδικαιολόγητες. Το πραξικόπημα έφερε την «ειρηνευτική επιχείρηση» ή «εισβολή» στην Κύπρο και οι εξελίξεις στην Ανατολική Ουκρανία την «εισβολή» ή «ειδική στρατιωτική επιχείρηση». Η καθολική αντίδραση των λαών των δύο χωρών στις ξένες επεμβάσεις δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιδοκιμασία των φασιστικών μεθόδων που εφαρμόζονταν στις χώρες τους αλλά, ούτε και η ανακούφιση που αισθάνθηκαν οι μειονότητες. Δυστυχώς όμως, είναι οι λαοί που πληρώνουν το τίμημα και όχι οι φασίστες. Η Κύπρος βιώνει μια de facto διχοτόμηση και το ίδιο θα συμβεί και στην Ουκρανία με μαθηματική ακρίβεια. Οι χιλιάδες των αθώων θυμάτων του πολέμου θα αποτελέσουν τραγικό μνημείο της μισαλλοδοξίας και της φασιστικής ιδεολογίας που είναι πάντα πρόθυμη να θυσιάσει αθώους ανθρώπους για την επίτευξη των θλιβερών τους επιδιώξεων. Θα μπορούσα να συνεχίσω με την απαρίθμηση και άλλων γεγονότων και λεπτομερειών που καταδεικνύουν τις ομοιότητες των δύο περιπτώσεων, όπως για παράδειγμα τα τεκταινόμενα στο χώρο της προπαγάνδας. Οι δικοί μας φασίστες μετέδιδαν ότι «ρίξαμε τον εχθρό στη θάλασσα» και αυτός μας απαντούσε από τον βυθό της θάλασσάς… Εάν πιστέψουμε τους Ουκρανούς, κερδίζουν τον πόλεμο χωρίς απώλειες και … βρίσκονται προ των πυλών της Μόσχας. Στην πραγματικότητα εμείς χάσαμε το 37% των εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας και οι Ουκρανοί το 20% μέχρι στιγμής. Δεν θεωρώ σκόπιμο να δικαιολογήσω με οποιοδήποτε τρόπο τις ενέργειες οποιασδήποτε πλευράς ή τη νομιμότητα των πράξεων τους και αυτό επειδή κάθε αλήθεια έχει πάντοτε δύο εκδοχές. Το φιλοσοφικό αξίωμα περί ύπαρξης αντικειμενικής αλήθειας στον πραγματικό κόσμο δεν πείθει καθώς η υποκειμενική αλήθεια υπερτερεί! Όταν γίνεται αναφορά σε «πραγματικότητες» ή και «πραγματικότητες επί του Χάρτου» δεν είναι δυνατόν να αγνοηθούν. Ο εδαφικός διαμελισμός της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι μία πραγματικότητα όπως επίσης και η απόσχιση της Κριμαίας και η επικείμενη εδαφική αλλαγή στο Ντονμπάς. Η ανταλλαγή πληθυσμών, που στην περίπτωσή της δικής μας έγινε με τις ευλογίες της Δύσης και την υπογραφή από πειθήνιο όργανο της Δύσης των Συμφωνιών της Βιέννης, προσφυγοποίησε χιλιάδες Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Δεν πρέπει να υπάρξει καμιά αυταπάτη ότι και στην Ουκρανία θα συμβεί (ήδη συμβαίνει) κάτι παρόμοιο. Το χειρότερο όμως από όλα είναι το γεγονός ότι ο φασισμός σηκώνει κεφάλι, αλλάζει μορφή και συνεχίζει να επιτελεί το «εθνοσωτήριο» έργο του, κυβερνώντας, διακηρύττοντας, καταδικάζοντας και προκαλώντας με την αμετανόητη στάση του. Προσπαθεί να αλλοιώσει την ιστορία, τα γεγονότα και την ιστορική μνήμη. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να τονίσω ότι η καταστροφή μνημείων του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στην Ουκρανία και σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης, η προσπάθεια διαστρέβλωσης της ιστορίας και η ανοχή που επιδεικνύεται από τις λεγόμενες δημοκρατικές χώρες της Δύσης στην έξαρση του εθνικιστικού μίσους και τις καθαρά φασιστικές ενέργειες των Ουκρανών είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική και άκρως επικίνδυνη. Και στην Κύπρο παρατηρούνται εδώ και χρόνια παρόμοια φαινόμενα.
Επί της ουσίας όμως –και σε σχέση με τα τεκταινόμενα– θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πως το δικαίωμα να καταδικάζει κάποια πλευρά τις ενέργειες μιας άλλης θα πρέπει να στηρίζεται σε απόλυτες αρχές. Μόνο έτσι εξασφαλίζεται με πειστικό τρόπο η αντικειμενική επιχειρηματολογία και το ηθικό δικαίωμα της καταδίκης. Προϋποθέτει, λοιπόν, ο κατήγορος να είναι σε θέση να δώσει ξεκάθαρη απάντηση σε τρία βασικά ερωτήματα:
>> Πρώτο ερώτημα: Είναι αποδεκτή η χρήση βίας ως μέσο επίλυσης διαφορών σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο;
>> Δεύτερο ερώτημα: Είναι αποδεκτή η χρήση βίας ως εργαλείο επίτευξης πολιτικών, κοινωνικών, ιδεολογικών (περιλαμβανόμενων και θρησκευτικών) και εθνικών στόχων και επιδιώξεων;
>> Τρίτο ερώτημα: Αναγνωρίζοντας το βασικό αξίωμα ότι η δράση προκαλεί αντίδραση, αυτοί που αποδέχονται τη χρήση βίας είναι πρόθυμοι να δεχτούν και να υποστούν τις συνέπειες των ενεργειών τους;
Η καταδίκη της Ρωσίας από τη Δύση θα ήταν καθ’ όλα αποδεκτή εάν το πολιτικό ήθος και οι ηθικές αρχές της Δύσης είναι άμεμπτες και η συνείδησή τους καθαρή. Οι ενέργειες της Ρωσίας δεν διαφέρουν από αυτές της Τουρκίας ή της Δύσης. Είναι απλώς διαφορετικές εκδόσεις της ανθρώπινης τραγωδίας. Η ζωή και η αξιοπρέπεια του κάθε Ουκρανού και Ρώσου έχει την ίδια ακριβώς αξία όπως αυτή των Κυπρίων, των Ιρακινών, των Βιετναμέζων, των Χιλιανών, των Παλαιστινίων ή των Ισραηλιτών. Η «επιλεκτική ευαισθησία» που επιδεικνύουν οι πολιτικοί προσπαθώντας να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους και μάλιστα να παρουσιάζονται ως «Προστάτες του Δικαίου» ενεργώντας δήθεν στη βάση αρχών προκαλεί αηδία και αποτροπιασμό. Υπάρχει παντελής έλλειψη ειλικρίνειας και σεβασμού προς τους συνανθρώπους μας καθώς επίσης και η παντελής έλλειψη σεβασμού για την ανθρώπινη ύπαρξη. Γι’ αυτό και δεν καταδικάζω πλέον, ούτε και επικροτώ, ούτε και διαδηλώνω. Είναι προτιμότερο να κατηγορηθώ για απάθεια και «έλλειψη ευαισθησίας» παρά να λαμβάνω μέρος στο υποκριτικό θέατρο αυτών που «καταδικάζουν», χωρίς να έχουν απαντήσει στα τρία βασικά ερωτήματα που τέθηκαν πιο πάνω. Όχι πως δεν είναι σεβαστές οι απόψεις των άλλων, αλλά επειδή σκοπό έχω να εκφράσω μια καθαρά προσωπική άποψη αρνούμενος να παρασυρθώ από τον κατακλυσμό των δηλώσεων, διακηρύξεων και συνθημάτων. Εάν θα έπρεπε να κρατήσουμε κάποιο δίδαγμα από την Ιστορία, τότε θα παρέπεμπα στα λόγια της πιο ισχυρής προσωπικότητας που έζησε ποτέ στη γη. Ο μοναδικός αυτός Άνθρωπος, ο μόνος ηθικά άμεμπτος που ζούσε και ενεργούσε με αρχές που στηρίζονταν στην πανανθρώπινη αξία της αγάπης προς τον συνάνθρωπο, πριν από 2.000 χρόνια είπε τη φράση «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω».
Υ.Γ. Είναι πολύ λυπηρό να βλέπουμε στις οθόνες μας τους φασίστες του Τάγματος του Αζόφ που παραδόθηκαν στους Ρώσους να φοράνε κυπριακές στρατιωτικές στολές παραλλαγής, αυτές που τους έστειλαν … οι δικοί μας!
* Γυναικολόγος – Μαιευτήρας