Το γεγονός ότι τις τελευταίες ημέρες μονοπωλούν σε ενδιαφέρον την κυπριακή κοινωνία τα αφορώντα σε καταστάσεις, κυρίως δε σε πρόσωπα, τα οποία συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τη λειτουργία των Κεντρικών Φυλακών και ότι αυτά αποτελούν την πρώτη είδηση στα τηλεοπτικά δελτία και στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, δεν ήταν δυνατόν να αφήσουν αδιάφορο τον γράφοντα, ως θεολόγο και ως πολίτη αυτού του δύσμοιρου τόπου, ο οποίος, δυστυχώς, θα αδυνατεί για πολύ ακόμη χρόνο να ανακύψει «εις το παντελές». Από όλον τον ορυμαγδό των ειδήσεων των τελευταίων ημερών, σε σχέση με την υπόθεση αυτήν, προκύπτουν πολλά αμείλικτα ερωτήματα, τα οποία θα πρέπει να απαντηθούν με την ορθή, αμερόληπτη και δίκαιη διαχείρισή της.
Γιατί η υπόθεση αυτή ήλθε στο φως της δημοσιότητας και σε τι αποσκοπούσε η τόση δημοσιότητά της; Μήπως με τη δημοσιοποίησή της αποσκοπείτο η ποινική αγωγή εναντίον του συγκεκριμένου αξιωματικού της Αστυνομίας, η πάταξη της «διαφθοράς», καθώς και η «κάθαρση του Αστυνομικού Σώματος» από τα επίορκα μέλη της; Ήταν η προβολή της υπόθεσης αυτής ο ενδεδειγμένος τρόπος επιτεύξεως των στόχων αυτών τους οποίους επικαλέστηκε η διευθύντρια των Φυλακών; Αν στην υπόθεση, για την οποία κατηγορείται ο εν λόγω ανώτερος αξιωματικός της Αστυνομίας, δεν εμπλεκόταν η ίδια προσωπικά, θα ενεργούσε με τον ίδιο τρόπο ή θα σιωπούσε; Αγνοούσε άραγε η διευθύντρια των Φυλακών, ότι πάγια τακτική της όπου γης Αστυνομίας είναι η συνεργασία με οποιονδήποτε, ακόμη και με αυτούς οι οποίοι συνδέονται άμεσα με τη διάπραξη ενός σοβαρού εγκλήματος, αν από τη συνεργασία αυτή θα καθίστατο εφικτή η εξιχνίασή του;
Τι είδους στοιχεία της προσωπικής ζωής της διευθύντριας των Φυλακών, θα μπορούσαν, εφόσον έβλεπαν το φως της δημοσιότητας, τα οποία να επηρέαζαν την προσωπική και την επαγγελματική της υπόσταση; Μπορεί άραγε, ο οποιοσδήποτε υπάλληλος, ανεξάρτητα από τη θέση που κατέχει, να έχει στον χώρο της εργασίας του τέτοια συμπεριφορά, ώστε εξαιτίας της να κινδυνεύει να εκτεθεί ή και να χάσει τη δουλειά του, όταν μάλιστα ο χώρος αυτός στον οποίο υπηρετεί φέρει και την επωνυμία «Σωφρονιστικό Ίδρυμα»; Δηλ. ένα ίδρυμα, το οποίο αποσκοπεί στη βελτίωση της ηθικής και κοινωνικής συμπεριφοράς των καταδίκων; Πότε ο οποιοσδήποτε κατήγορος μπορεί να δηλώνει δημόσια και να απαιτεί τον τρόπο χειρισμού της υποθέσεώς του από τη Νομική Υπηρεσία, με την προβολή της σχετικής απαιτήσεώς του μπροστά στους δέκτες της τηλεοράσεως και τους φορείς του ημερήσιου Τύπου; Μήπως αυτό δεν συνιστά υπέρβαση των δικαιωμάτων του και δεν συνιστά σαφή εκβιασμό, εφόσον μάλιστα διατυπώνεται διαζευκτικά, «αν ο εν λόγω ανώτερος αξιωματικός της Αστυνομίας δεν τεθεί σε διαθεσιμότητα, εγώ θα παραιτηθώ»; Διατί να εγείρεται θέμα διαθεσιμότητας μόνο για τον εν λόγω αξιωματικό, και το ίδιο θέμα να μην εγείρεται και για τη διεθύντρια των Φυλακών; Μήπως και γι’ αυτή δεν υπάρχει η πιθανότητα να επηρεάσει την έκβαση της διαταχθείσης ποινικής έρευνας, όταν θα είναι στον χώρο, ο οποίος συνδέεται άμεσα με την όλη υπόθεση; Πώς μπορεί να υπάρξει η βεβαιότητα ότι, αυτά που συνέβησαν πρόσφατα και είχαν τον χαρακτήρα υποστηρίξεως πολιτικού προσώπου, το οποίο βρισκόταν υπό κατηγορίαν, δεν θα επαναληφθούν, όταν, ενδεχομένως, η υπόθεση αυτή αχθεί ενώπιον της Δικαιοσύνης; Πώς βρέθηκαν όλοι αυτοί, οι αξιωματικοί των Φυλακών και οι άλλοι, λευκοί και μαύροι, πρώην και νυν (;) κατάδικοι, σε μια κοινή, «αυθόρμητη» συγκέντρωση για να «ομόσουν πίστιν» στη Διευθύντρια τους;
Για μένα όμως, ως θεολόγο, η ηθική αξιολόγηση κάθε έργου πάντοτε βρίσκεται σε συνάρτηση με το πρόσωπο από το οποίο προέρχεται. Αυτό δίδασκα για δεκαετίες στους μαθητές μου και αυτό θα τονίζω, όσο είμαι στη ζωή.
*Διδάκτωρ Θεολογίας
apapavassiliou@cytanet.com.cy