Με αφορμή και τις πρόσφατες απαντητικές επιστολές των αρμοδίων Υπουργών Οικονομικών και Ενέργειας, στις 9 και 10 Ιουνίου 2022 αντίστοιχα, προς τις συντεχνίες της ΑΗΚ, δημιουργούνται σοβαρά ερωτήματα ως προς τις εφαρμοζόμενες πολιτικές και τον στόχο της κυβέρνησης στα θέματα ενέργειας.
Λόγω της υφιστάμενης ενεργειακής κρίσης αλλά γενικά λόγω και της ολοένα αυξημένης σημασίας που αποκτούν τα ζητήματα ενέργειας για κάθε χώρα, τους καταναλωτές και ευρύτερα την κοινωνία, θέλω να καταγράψω με ανησυχία ορισμένα ζητήματα όπως έχουν εγερθεί.
Το πρώτο και αβίαστο ερώτημα που προκύπτει όταν υπουργοί της κυβέρνησης ασκούν έντονη κριτική στην ΑΗΚ, είναι το εξής: ποιων οι πολιτικές εφαρμόζονται τελικά στα ζητήματα ενέργειας τα τελευταία 9 ½ χρόνια; Δεν είναι η κυβέρνηση υπεύθυνη για να υπάρχει μια ολοκληρωμένη και συγκροτημένη στρατηγική για την ενέργεια, την εφαρμογή της και συνεπώς αναλαμβάνει και την πολιτική λογοδοσία για αυτήν;
Όταν από το καθ’ ύλην αρμόδιο υπουργείο της ενέργειας βλέπουμε να ζητούνται εξηγήσεις από την ΑΗΚ για την επάρκεια σε παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ή όταν από το Υπουργείο Οικονομικών γίνεται κριτική για «απραξία» από πλευράς ΑΗΚ, δεν είναι πολιτικά εξόχως αντιφατικό και παράδοξο;
Η κυβέρνηση πρέπει να εξηγήσει στους πολίτες τι επιδιώκει όταν κατηγορεί την ΑΗΚ, όταν η ίδια διόρισε τα Δ.Σ και στην ίδια λογοδοτούν.
Αλήθεια, όμως, τι έκανε η κυβέρνηση αν έχει εντοπίσει ζητήματα που σχετίζονται με την επάρκεια της παραγωγής; Από πότε ακριβώς έχει διαπιστώσει η κυβέρνηση ότι υπάρχει «απραξία» στην ΑΗΚ; Τι έκανε για την σταματήσει; Δεν πρέπει να τεκμηριώσει για το ποιες πράξεις συγκεκριμένα έπρεπε να γίνουν και δεν έγιναν, καθώς και αν αυτή η «απραξία» συνεχίζεται;
Οι πολίτες δεν μπορούν να γνωρίζουν αν υπήρξε απραξία, σε ποιο βαθμό και για ποιο λόγο. Η ίδια η κυβέρνηση αλλά και η ΑΗΚ πρέπει να εξηγήσουν.
Εκτός και αν τελικά δεν υπάρχει απραξία, αλλά «βολεύεται» και θέλει η κυβέρνηση τελευταίως να κάνει ότι βλέπει «απραξία». Σημειώνω ότι η απραξία είναι ένα ιδανικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για να δημιουργούνται εκείνα τα τετελεσμένα και τέτοιες δυσλειτουργίες που οδηγούν σταδιακά (πολλές φορές αργά αλλά σταθερά) στην παράλυση και στο τέλος στην άλωση δημόσιων οργανισμών με το ξεπούλημά τους σε τιμές ευκαιρίας στους ιδιώτες.
Οι απαντήσεις των υπουργών εκπορεύτηκαν από τη διαπίστωση των συντεχνιών για μη επαρκή στελέχωση του οργανισμού, γεγονός που δυσχεραίνει λειτουργικά την ΑΗΚ, οδηγώντας την σε φθίνουσα πορεία, υπό την έννοια ότι τείνει να καταντήσει αναποτελεσματική και ανήμπορη να ανταποκριθεί στις ανάγκες και το ρόλο της.
Μήπως εδώ υπάρχει πραγματική ολιγωρία, αν όχι «απραξία»; Όπως καλά γνωρίζουν τόσο το ΔΣ της ΑΗΚ όσο και η κυβέρνηση, δεν είναι η πρώτη φορά που εγείρουν αυτό το ζήτημα οι εργαζόμενοι στον οργανισμό. Υπάρχουν μερικές επιστολές με τις οποίες έχουν κρούσει το κώδωνα του κινδύνου την τελευταία τριετία.
Απολύτως κατανοητή η προσπάθεια για συγκράτηση του λειτουργικού κόστους του οργανισμού, όπως και κάθε άλλου οργανισμού στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Είναι όμως από μόνο του το ζητούμενο; Αλίμονο αν ήταν. Το ζητούμενο πρέπει να είναι, και ελπίζω ότι είναι, το σημείο ισορροπίας μεταξύ συγκράτησης του λειτουργικού κόστους αλλά και της εύρυθμης λειτουργίας της ΑΗΚ. Διαφορετικά, δεν θα υπάρχει το αναγκαίο ανθρώπινο δυναμικό να ανταπεξέλθει στις αυξανόμενες ανάγκες της ΑΗΚ, δεν θα μπορούν απλά να υλοποιηθούν αναγκαία έργα που ήδη σχεδιάστηκαν και είναι εγκριμένη η χρηματοδότησή τους.
Είναι γεγονός ότι αν οι προσπάθειες για επαρκή στελέχωση των προηγούμενων χρόνων αντιμετωπίζονταν από όλους όσοι είχαν την ευθύνη, στη σωστή τους βάση, τότε ίσως να μην υπήρχε σήμερα αυτή η τόσο πιεστική (από πλευράς χρόνου) ανάγκη για άμεση στελέχωση.
Άρα, όταν η κυβέρνηση εξαγγέλλει δεκαετή πλάνο αναπτυξιακού προγραμματισμού, πρέπει να υπολογίζει ότι για την εφαρμογή και λειτουργία του δεν είναι αρκετό να θέτεις χρονοδιαγράμματα και να εξευρίσκεις τις δαπάνες για τα νέα έργα. Χρειάζεται απαραίτητα να εξασφαλίζεις ότι θα υπάρχει το απαιτούμενο ανθρώπινο δυναμικό για να τα σχεδιάσει, μελετήσει, κατασκευάσει και λειτουργήσει τα έργα. Διαφορετικά, είναι πολιτικά παράδοξο και προκλητικό να αναγνωρίζεις την ανάγκη αναπτυξιακών έργων και να επιζητάς την υλοποίηση τους, αλλά ταυτόχρονα να επικαλείσαι μονοδιάστατα την παράμετρο της «συγκράτησης της απασχόλησης», με αποτέλεσμα να μην υπάρχει επαρκής στελέχωση για υλοποίηση.
Τέλος, στο ζήτημα της μείωσης των τιμών του ηλεκτρικού ρεύματος, έγινε και πάλι προσπάθεια να επιρριφθεί ευθύνη στην ΑΗΚ. Έχοντας ήδη επισημάνει το πολιτικό οξύμωρο του επιχειρήματος για την κυβέρνηση, διαπιστώνω μια ενορχηστρωμένη προσπάθεια να στραφούν οπουδήποτε αλλού οι ευθύνες της ίδιας της κυβέρνησης, για τις παραλείψεις της στα θέματα ενέργειας και της αποσπασματικής και αναποτελεσματικής διαχείρισης της πρόσφατης κρίσης.
Εν κατακλείδι, θεωρώ ότι η κυβέρνηση αλλά και η ίδια η ΑΗΚ χρειάζεται με σαφήνεια να ξεκαθαρίσουν τη θέση τους σε αυτά τα ζητήματα, ειδάλλως απλά θα ενισχυθεί η άποψη μας ότι ουδέποτε διαγράφηκε από τα σχέδια της κυβέρνησης η ιδιωτικοποίηση της ΑΗΚ, όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες.
Για τη ΣΗΔΗΚΕΚ ΠΕΟ δεν υπάρχει ερώτημα για στήριξη ή διάλυση της ΑΗΚ. Στηρίζουμε την ΑΗΚ ως ένα από τους πλέον καταξιωμένους οργανισμούς της χώρας μας και καλούμε την κυβέρνηση, το ΔΣ της ΑΗΚ και όλα τα αρμόδια πολιτειακά όργανα να προχωρήσουν σε εκείνες τις απαραίτητες ενέργειες που θα ενισχύσουν την εξυγίανση και τον εκσυγχρονισμό της, ώστε να είναι απόλυτα αποτελεσματική στον νευραλγικό ρόλο που έχει να διαδραματίσει στα ενεργειακά θέματα. Τυχόν σκέψεις για σταδιακή υπογείως υπόσκαψη της, ώστε να ξεπουληθεί στα ιδιωτικά συμφέροντα, θα μας βρουν και πάλι αντιμέτωπους. Έχει αποδειχθεί άλλωστε ότι οι συνθήκες και τα δεδομένα της Κύπρου δεν σηκώνουν πειραματισμούς ιδιωτικοποίησης, αν λάβει κάποιος επιπρόσθετα υπόψη ότι ένα μεγάλο μέρος της είναι φυσικό μονοπώλιο.
* Γενικός Γραμματέας ΣΗΔΗΚΕΚ ΠΕΟ