Η ανάκληση δημόσιου διαγωνισμού αποτελεί σοβαρή πράξη της διοίκησης, η οποία πρέπει να λαμβάνεται κατ’ εξαίρεση και εφόσον τα πραγματικά γεγονότα που οδηγούν στην απόφαση αυτή συγκεκριμενοποιούνται, έτσι ώστε να επιτρέπεται ο δικαστικός έλεγχος της. Είναι δυνατή η ανάκληση ακόμη και νόμιμης διοικητικής πράξης, έστω και αν πέρασε εύλογο χρονικό διάστημα από την έκδοση της, εφόσον δικαιολογείται για λόγους δημοσίου συμφέροντος και τηρούνται οι αρχές της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης. Μια τέτοια απόφαση πρέπει να αιτιολογείται και να λαμβάνει υπόψη ότι στο μεταξύ από την πράξη δημιουργήθηκαν δικαιώματα και ευνοϊκές για το διοικούμενο καταστάσεις. Η ακύρωση της πράξης κατακύρωσης του διαγωνισμού από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών δεν αποτελεί δικαιολογία ακύρωσης του διαγωνισμού άνευ ετέρου και οποιαδήποτε σύσταση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας δεν πρέπει να υποκαθιστά την αποφασιστική αρμοδιότητα του διοικητικού οργάνου. Η ανάκληση πρέπει να δικαιολογείται ειδικά, αφού αποτελεί επαχθές μέτρο για τον διοικούμενο και η κρίση της διοίκησης ότι συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος ελέγχεται από το Δικαστήριο.
Τα ανωτέρω υποδεικνύονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ.14.6.2022 στην Αναθεωρητική Έφεση 94/2015 που εξέδωσε η Δικαστής κα Δ. Σωκράτους, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Η περίπτωση αφορούσε ακύρωση διαγωνισμού από οργανισμό δημοσίου δικαίου που διεξήχθη με ανοικτή διαδικασία και με κριτήριο ανάθεσης τη χαμηλότερη τιμή. Για την ανάληψη του έργου υποβλήθηκαν επτά προσφορές, εκ των οποίων οι πέντε κρίθηκαν εκτός προδιαγραφών. Η επιτροπή αξιολόγησης του Οργανισμού, κατόπι διαβήματος της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, προχώρησε σε επαναξιολόγηση, κρίνοντας ότι όλοι οι προσφοροδότες πληρούσαν τις απαιτούμενες προδιαγραφές. Στη βάση της εισήγησης της επιτροπής, ο Οργανισμός έλαβε απόφαση κατακύρωσης της προσφοράς σε συγκεκριμένη εταιρεία, υπό την αίρεση ότι οι απαντήσεις της στις διευκρινιστικές ερωτήσεις θα κρίνονταν ικανοποιητικές από την επιτροπή αξιολόγησης.
Οι δύο επηρεαζόμενοι προσφοροδότες άσκησαν ιεραρχικές προσφυγές ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών με θετική κατάληξη ακύρωσης της πράξης κατακύρωσης του διαγωνισμού στη συγκεκριμένη εταιρεία, αφού αφενός η προσφορά της παραβίαζε ουσιώδη όρο του διαγωνισμού και αφετέρου η επιτροπή αξιολόγησης, μετά την υπόδειξη της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, δεν προέβη σε αξιολόγηση ποιες αποκλίσεις από τους όρους του διαγωνισμού ήταν επουσιώδεις και ποιες όχι. Επακολούθησε απόφαση του Οργανισμού για ανάκληση του διαγωνισμού και επαναπροκήρυξη του με βελτιωμένους όρους και με το διαχωρισμό του σε περισσότερους του ενός διαγωνισμού για σκοπούς ευχερέστερης αξιολόγησης και σύγκρισης των στοιχείων και προσφορών.
Η επηρεαζόμενη επιλαχούσα εταιρεία καταχώρησε προσφυγή εναντίον της απόφασης του Οργανισμού για ανάκληση του διαγωνισμού, με επιτυχές αποτέλεσμα, αφού ακυρώθηκε η επίδικη απόφαση. Ο Οργανισμός εφεσίβαλε την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης, υποστηρίζοντας ότι η ανάκληση του διαγωνισμού ήταν πλήρως αιτιολογημένη και τεκμηριωμένη. Η πολυπλοκότητα του διαγωνισμού και των τεχνικών στοιχείων αυτού, ο όγκος της προσφοράς, ο αριθμός των υπό προσφορά στοιχείων, καθιστούσαν τη σύγκριση και την αξιολόγηση εκτός από δύσκολη, αναξιόπιστη και επέτρεπε την ανάκληση του διαγωνισμού για λόγους που άπτονται του δημοσίου συμφέροντος.
Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τους λόγους έφεσης, κρίνοντας ότι ο λόγος ανάκλησης του διαγωνισμού και η αιτιολόγηση που δόθηκε είναι ελλιπής και μη θεσμοθετημένη και δεν βρίσκει θεμελίωση ούτε στα γεγονότα του φακέλου και τα στοιχεία που είχε ενώπιον του ο Οργανισμός, ήτοι πως η ανάκληση και η προκήρυξη νέων διαγωνισμών θα καθιστούσε τη σύγκριση και αξιολόγηση τους ευκολότερη και πιο αξιόπιστη. Τα ανωτέρω ούτε μη προβλέψιμο γεγονός αποτελούν, ούτε εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, του οποίου καμία επίκληση έγινε στην απόφαση του Οργανισμού. Τόνισε ότι είναι καλά εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή, ερειδόμενη από τις αρχές του διοικητικού δικαίου, πως η άσκηση μιας τέτοιας εξουσίας (ανάκλησης) υπόκειται στους περιορισμούς που θέτουν οι γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου και της νομολογίας και ειδικά οι αρχές της καλής πίστης.
Οι ειδικοί και σοβαροί λόγοι για τους οποίους ακυρώνεται ή ανακαλείται ένας διαγωνισμός, αναφέρει το Ανώτατο Δικαστήριο, θα πρέπει να στηρίζονται στην εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, το οποίο δεν αποτελεί έννοια υπεράνω του δικαίου. Απλή επίκληση του δεν συνιστά αιτιολογία, αλλά θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται με αναφορά στα πραγματικά γεγονότα έτσι που να αποκαλύπτει το συλλογισμό και να επιτρέπει το δικαστικό έλεγχο. Η μη επίκληση και η μη ύπαρξη δημοσίου συμφέροντος η οποία να δικαιολογούσε την ανάκληση του διαγωνισμού, καθιστούσε τρωτή την απόφαση του Οργανισμού.
* Δικηγόρος στη Λάρνακα