Στην εισαγωγή του προσχεδίου απόφασης της ΡΑΕΚ για τη συμμετοχή της ΑΗΚ στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) γίνεται αναφορά πως η ΡΑΕΚ «… ασκώντας τις εξουσίες που της παρέχει το άρθρο 9 του περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμου του 2021 (εφεξής ο Νόμος), εκδίδει το ακόλουθο προσχέδιο Ρυθμιστικής Απόφασης…».
Το άρθρο 9 του νόμου δεν δίνει εν λευκώ εξουσία στη ΡΑΕΚ να εκδίδει αποφάσεις, ιδιαίτερα εάν υπάρχει ενδεχόμενο να έρχονται σε αντίθεση με κάποιες από τις πολλές πρόνοιες της νομοθεσίας. Όπως θα φανεί μέσα από τα επόμενα σχόλια, η ΡΑΕΚ θα πρέπει να επανεξετάσει το προσχέδιο απόφασης, επειδή δυνατόν να αντίκειται σε κάποιες πρόνοιες της νομοθεσίας, ειδικά για την προστασία των καταναλωτών.
Στο προσχέδιο γίνεται αναφορά στον «Δείκτη Συγκέντρωσης της Αγοράς «Herfindahl-Hirschman Index». Ο δείκτης αυτός είναι ένα πολύ απλός δείκτης, που χρησιμοποιείται μεταξύ άλλων δεικτών για παρακολούθηση της συγκέντρωσης της αγοράς. Το μεγαλύτερο του μειονέκτημα είναι πως είναι τόσο απλός που αποτυγχάνει να λάβει υπόψη τις πολυπλοκότητες των διαφόρων αγορών. Η αγορά ηλεκτρισμού είναι εξαιρετικά περίπλοκη και πέραν της χρήσης του δείκτη HHI για παρακολούθηση της συγκέντρωσης της αγοράς από τον ACER, εξ όσων γνωρίζω δεν χρησιμοποιείται για ρύθμιση της αγοράς ή για αδειοδότηση επιχειρήσεων από τις ρυθμιστικές αρχές.
Ανταγωνισμός και ΑΗΚ
Η ΑΗΚ σήμερα, όπως φαίνεται και στο προσχέδιο απόφασης, κατέχει «…(α) επτά (7) Άδειες Λειτουργίας σταθμών παραγωγής ηλεκτρισμού με συμβατικά καύσιμα, συνολικής εγκατεστημένης ισχύος 1483 MW, (β) μία (1) Εξαίρεση από Άδεια Λειτουργίας ΦΒ συστήματος συνολικής εγκατεστημένης ισχύος 3 MW…», ενώ κατέχει και μικρό αριθμό αδειών για ΦΒ της τάξης των 60 MW. Δηλ. το μείγμα παραγωγής της ΑΗΚ στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στα συμβατικά καύσιμα μαζούτ και ντίζελ. Αντίθετα, οι ιδιωτικές εταιρείες που ανταγωνίζονται την ΑΗΚ κατέχουν, όπως αναφέρεται στο προσχέδιο, συνολικά άδειες για ΑΠΕ πέραν των 1200 MW.
Το κόστος παραγωγής της ΑΗΚ σήμερα, που στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στα συμβατικά καύσιμα, είναι της τάξης των 20 σεντ/KWh και δεν προβλέπεται να υπάρξουν σημαντικές διαφοροποιήσεις τα προσεχή χρόνια. Αντίθετα, το κόστος παραγωγής από ΑΠΕ-ΦΒ είναι πολύ πιο χαμηλό, της τάξης των 5-6 σεντ/KWh, ενώ σε μειοδοτικούς διαγωνισμούς που έγιναν σε πολλές χώρες της ΕΕ λήφθηκαν και πολύ πιο χαμηλές τιμές.
Η απλή αυτή σύγκριση κόστους παραγωγής, δείχνει ότι οι ιδιώτες ανταγωνιστές της ΑΗΚ για τα επόμενα χρόνια δεν θα βρίσκουν κανένα ουσιαστικό εμπόδιο ένταξης στην αγορά, είτε την προθεσμιακή, είτε την προημερήσια, αφού θα έχουν σημαντικά χαμηλότερο κόστος από την ΑΗΚ, που παραμένει δεσμευμένη στα συμβατικά καύσιμα. Επομένως, δεν γίνεται αντιληπτό γιατί χρειάζεται με βάση το προσχέδιο απόφασης ως «… μέτρο για την προώθηση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού και τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς ηλεκτρισμού, η μη χορήγηση στην ΑΗΚ οποιασδήποτε Γενικής Άδειας ή/και Άδειας Κατασκευής ή/και Εξαίρεσης από Άδεια Κατασκευής για εμπορικούς σκοπούς από συστήματα ΑΠΕ-Η…».
Η μείωση κόστους της ΑΗΚ
Ο μοναδικός τρόπος μείωσης του κόστους παραγωγής της ΑΗΚ, προς όφελος των καταναλωτών και ειδικά των οικιακών και των ευάλωτων, που θα παραμείνουν δέσμιοι στην ΑΗΚ για αρκετά χρόνια ακόμα, είναι η ένταξη στο μείγμα παραγωγής της ΑΗΚ σημαντικού ποσοστού ΑΠΕ. Ένα παράδειγμα απλού υπολογισμού δείχνει πως αν η ΑΗΚ εγκαταστήσει πχ 100 MW ΦΒ, με βάση τα σημερινά δεδομένα τιμών, που δεν προβλέπεται να αλλάξουν τα επόμενα χρόνια, θα υπάρξει ετήσιο όφελος για τους καταναλωτές, της τάξης των 20-25 εκατομμυρίων ευρώ. Επειδή η ΑΗΚ είναι πλήρως ρυθμιζόμενη, το όφελος αυτό θα μετακυλιστεί εξ ολοκλήρου στους καταναλωτές (οικιακούς και μικρές επιχειρήσεις) και επομένως θα υπάρξει όφελος και στην οικονομία.
Στην αντίθετη περίπτωση, που τα 100 MW του παραδείγματος εγκαθίστανται από τις ιδιωτικές εταιρείες που έχουν αδειοδοτηθεί, το όφελος αυτό θα παραμείνει στο μεγαλύτερο του ποσοστό ως κέρδος του παραγωγού/προμηθευτή και είναι αυτό που η ΕΕ ονομάζει ουρανοκατέβατα κέρδη (windfall profits). Ένα μικρό ποσοστό του ποσού αυτού δυνατόν να μετακυλιστεί ως όφελος στους πελάτες των ιδιωτικών εταιρειών.
Συμπερασματικά
Το κυρίαρχο ζήτημα σήμερα κατά την άποψη μου, τόσο στην Κύπρο όσο και στην ΕΕ ευρύτερα, δεν είναι η παρουσία μιας εταιρείας με δεσπόζουσα θέση στηριγμένη στα συμβατικά καύσιμα, που έχουν πολύ μεγαλύτερο κόστος παραγωγής από τις ΑΠΕ και επίσης έχουν και ημερομηνία λήξης, λόγω της μετάβασης στην εποχή τερματισμού των ανθρακούχων εκπομπών. Το μείζον ζήτημα με την επικείμενη κυριαρχία των ΑΠΕ ενόψει της ορθής πολιτικής για πράσινη μετάβαση, είναι το πώς αυτή θα επιτευχθεί, διασφαλίζοντας την ασφάλεια εφοδιασμού της χώρας, με το χαμηλότερο δυνατό κόστος για τους καταναλωτές και με τρόπο που θα διασφαλίζονται οι επενδύσεις σε ΑΠΕ και αποθήκευση ενέργειας. Γι’ αυτό και στην ΕΕ άνοιξε ευρέως η συζήτηση και γίνονται ήδη προτάσεις για περιορισμό των ουρανοκατέβατων κερδών των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται με ΑΠΕ, είτε με φορολόγησή τους, είτε με ριζική αναδόμηση του μοντέλου αγοράς, ώστε να προσαρμοστεί στην περίοδο κυριαρχίας των ΑΠΕ, που ξεκίνησε ήδη και θα γίνει απόλυτη μέχρι το 2050. Το ζήτημα τέθηκε με τον πιο επίσημο τρόπο από την πρόεδρο της ΕΕ.
Στην υφιστάμενη εθνική νομοθεσία για ρύθμιση της αγοράς ηλεκτρισμού, υπάρχουν μια σειρά από πρόνοιες ότι το άνοιγμα της αγοράς πρέπει να γίνει με τρόπο που θα διασφαλίζει το χαμηλότερο δυνατό κόστος και την προστασία των καταναλωτών, με έμφαση στους οικιακούς και στους ευάλωτους.
Άρθρο 3.-(1) Σκοπός του παρόντος Νόμου
(α) προβλέπει για τη ρύθμιση της αγοράς ηλεκτρισμού στη Δημοκρατία… καθώς και την προστασία των καταναλωτών, με στόχο τη δημιουργία πραγματικά ολοκληρωμένων, ανταγωνιστικών, επικεντρωμένων στον καταναλωτή…
(β) με την αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων μιας ολοκληρωμένης αγοράς, μεταξύ άλλων, έχει στόχο να διασφαλίσει οικονομικά προσιτές, διαφανείς τιμές και κόστος ενέργειας για τους καταναλωτές, υψηλό βαθμό ασφάλειας του εφοδιασμού και ομαλή μετάβαση σε ένα ενεργειακό σύστημα χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών
(γ) ορίζει βασικούς κανόνες για την οργάνωση και τη λειτουργία του τομέα ηλεκτρικής ενέργειας, ιδίως κανόνες για την ενίσχυση της θέσης και την προστασία των καταναλωτών…
(δ) με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 111, διασφαλίζει ότι οι επιχειρήσεις ηλεκτρικής ενέργειας λειτουργούν με σκοπό την επίτευξη ανταγωνιστικής, ασφαλούς και περιβαλλοντικά βιώσιμης αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς να τυγχάνουν οποιασδήποτε διάκρισης όσον αφορά τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις τους.
Ριζική αλλαγή της δομής της αγοράς
Ενόψει των πιο πάνω, και λαμβάνοντας υπόψη ότι το άνοιγμα της αγοράς και ο ανταγωνισμός δεν είναι αυτοσκοπός αλλά γίνονται για επίτευξη του σκοπού της νομοθεσίας, εισηγούμαι την επανεξέταση του Προσχεδίου της απόφασης της ΡΑΕΚ, με στόχους:
– Τη διασφάλιση της προστασίας των καταναλωτών και ειδικά των οικιακών και των μικρών επιχειρήσεων, ώστε να καταβάλλουν τις χαμηλότερες δυνατές τιμές ηλεκτρισμού.
– Την επίτευξη της πράσινης μετάβασης, με διασφάλιση της ασφάλειας εφοδιασμού της χώρας, μέσα και από την ένταξη των συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας στο σύστημα.
– Τη διασφάλιση της πορείας προς την κυριαρχία των ΑΠΕ, χωρίς ουρανοκατέβατα κέρδη για τις εταιρείες, μέσα από τη φορολόγησή τους, με τη χρήση μειοδοτικών διαγωνισμών για αγορά ενέργειας από ΑΠΕ, ή μέσα από την ριζική αλλαγή της δομής της αγοράς, όπως ξεκίνησε ήδη να συζητείται στην ΕΕ επίσημα.
– Τη διασφάλιση ότι όλες οι εταιρείες του τομέα ενέργειας, τόσο η ΑΗΚ όσο και οι ιδιώτες, δραστηριοποιούνται στις ΑΠΕ, χωρίς να τυγχάνουν οποιασδήποτε διάκρισης όσον αφορά τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις τους.
* Τέως πρόεδρος της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας Κύπρου (ΡΑΕΚ)
(Το κείμενο αποτελεί συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση της ΡΑΕΚ για τη ρύθμιση ανάπτυξης ΑΠΕ από την ΑΗΚ)