Το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου της Κύπρου ολοένα και αυξάνεται, καταδεικνύοντας την ανάγκη υιοθέτησης μιας πιο στοχευμένης στρατηγικής προώθησης των εξαγωγών κυπριακών προϊόντων. Το 2021 το εμπορικό ισοζύγιο αυξήθηκε κατά 23%, με την αξία των εισαγωγών αγαθών να είναι σχεδόν τρεις φορές περισσότερη από την αξία των εξαγωγών αγαθών. 

Η αυξανόμενη τάση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου δυνατό να οφείλεται σε διάφορους λόγους, όπως η αύξηση της εγχώριας ζήτησης και η αδυναμία της εγχώριας παραγωγής να την καλύψει, η αδυναμία της ντόπιας παραγωγής να ανταγωνιστεί τα εισαγόμενα προϊόντα, το μικρό μέγεθος των κυπριακών επιχειρήσεων, το οποίο δεν τους επιτρέπει να υιοθετήσουν εξαγωγική πολιτική, καθώς και στις κυβερνητικές πολιτικές των τελευταίων τριάντα χρόνων. 

Μείωση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου σημαίνει και αυτόματη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των κυπριακών επιχειρήσεων και της κυπριακής οικονομίας. Σημαίνει, επίσης, ενισχυμένη ανθεκτικότητα της κυπριακής οικονομίας σε περιόδους οικονομικής κρίσης ή ατυχών γεγονότων, που μπορούν να επηρεάσουν σοβαρά την κυπριακή οικονομία, καθώς και θέσεις εργασίας. 

Οι κυπριακές επιχειρήσεις, για να απεμπλακούν από τις διακυμάνσεις της εγχώριας ζήτησης, θα πρέπει να αναπτύξουν εξωστρεφή στρατηγική. Σε αυτή τους την προσπάθεια, η έμπρακτη βοήθεια του κράτους είναι καθοριστικής σημασίας. Οι εξαγωγές μπορούν να εξασφαλίσουν μακροχρόνια ανάπτυξη και να μειώσουν τον κίνδυνο έκθεσης μόνο σε μια μικρή αγορά όπως είναι η κυπριακή.

Για να πετύχουν το στόχο της διείσδυσης σε αγορές του εξωτερικού, οι κυπριακές επιχειρήσεις ενδέχεται να χρειαστούν εκ βάθρων αναδιοργάνωση και να αξιοποιήσουν την καινοτομία και την ποιοτική διαφοροποίηση. Λόγω διαφόρων παραγόντων, όπως αυτό του εργατικού κόστους, του κόστους μεταφορικών, της μειωμένης δυνατότητας εξασφάλισης ρευστότητας και της χαμηλής παραγωγικότητας, δεν μπορούν να ανταγωνιστούν επιχειρήσεις προερχόμενες από αναπτυσσόμενες χώρες, με χαρακτηριστικό το πολύ χαμηλό εργατικό κόστος.

Οι κυπριακές επιχειρήσεις πρέπει να βασιστούν στην καινοτομία και στην παραγωγή προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας. Το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων, παρόλο που αποτελεί σημαντικό ανασταλτικό παράγοντα για να μπορέσουν από μόνες τους να αναπτύξουν εξωστρεφή πολιτική, τις καθιστά ευέλικτες και μπορούν έτσι να μετατρέψουν ένα συγκριτικό μειονέκτημα σε πλεονέκτημα. 

Τα κυπριάκα προϊόντα είναι σε θέση να ανταγωνιστούν επάξια αντίστοιχα προϊόντα άλλων χωρών. Η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ, έναντι κυρίως του δολαρίου αλλά και των άλλων νομισμάτων, αυξάνουν τις προοπτικές εξαγωγής κυπριακών προϊόντων, κυρίως σε Τρίτες Χώρες.

Το κράτος οφείλει να καθιερώσει μια ξεκάθαρη, εθνική στρατηγική επιχειρηματικής εξωστρέφειας, να συνεργαστεί με τις επιχειρηματικές οργανώσεις, όπως την ΟΕΒ. Πρέπει να υπάρξει πιο στοχευμένο marketing των προϊόντων μας, να αυξηθεί το κονδύλι για την προώθηση των εξαγωγών βιομηχανικών προϊόντων, να πραγματοποιηθούν στοχευμένες έρευνες αγοράς, να παρέχεται πληροφόρηση και καθοδήγηση προς τις επιχειρήσεις, έτσι ώστε να αξιοποιούν τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα.

Σημαντικό ρόλο στην εθνική στρατηγική επιχειρηματικής εξωστρέφειας έχουν να διαδραματίσουν κρατικά τμήματα και υπηρεσίες και φυσικά η οικονομική διπλωματία. Πρέπει να ενισχυθούν τα τμήματα αυτά και φυσικά να γίνεται πιο παραγωγικός συντονισμός και συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα.

Εν κατακλείδι, η αύξηση των εξαγωγών είναι επιτακτική ανάγκη. Το κράτος οφείλει να συνεργαστεί με τον ιδιωτικό τομέα και να αναλάβει σημαντικές πρωτοβουλίες για ουσιαστική διευκόλυνση και στήριξη των εξαγωγικών μας επιχειρήσεων. 

* Προϊστάμενος Υπηρεσίας Διεθνών Επιχειρηματικών Σχέσεων και Διαχείρισης Εκδηλώσεων, Ομοσπονδία Εργοδοτών και Βιομηχάνων (ΟΕΒ)