Η 14η Μαρτίου, επέτειος της ηρωικής θυσίας του μαθητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη, ο οποίος περιφρονώντας τον θάνατο βάδισε με θάρρος προς την αγχόνη, πιστός στα ιδανικά της ελευθερίας και της εθνικής αξιοπρέπειας, αποτέλεσε και φέτος αφορμή να ξεχειλίσει η ψυχή μας από συγκίνηση και εθνική υπερηφάνεια, γιατί ανήκουμε σε έναν λαό από τα σπλάχνα του οποίου γεννήθηκαν και ανδρώθηκαν τέτοιοι ήρωες. Νιώσαμε και πάλι τα ίδια συναισθήματα που πλημμύρισαν τις ψυχές μας πριν από μερικές μέρες, στις 3 του Μάρτη, όταν με συγκίνηση και δέος ανηφορίσαμε στα βουνά του Μαχαιρά, για να αποτίσουμε φόρο τιμής στον ήρωα Γρηγόρη Αυξεντίου, που έγινε ολοκαύτωμα στον βωμό της ελευθερίας. Για να τιμήσουμε τον Σταυραετό του Μαχαιρά, που επέλεξε τον θάνατο «αν και μπορούσε και να τον αποφύγει, όμως αυτός τον επέλεξε σαν τιμή και σαν χρέος για τους άλλους». Αυτές τις μέρες τιμήσαμε δυο σύμβολα της ελληνικής λεβεντιάς, που ούτε μπροστά στον βέβαιο θάνατό τους δεν απεμπόλησαν τα ιδανικά και τις αξίες του ελληνικού έθνους.

Δυστυχώς, όμως, η επόμενη μέρα ήρθε να μας «προσγειώσει ανώμαλα» ακόμα μια φορά, μετατρέποντας τα αισθήματα εθνικής υπερηφάνειας σε αισθήματα εθνικής ντροπής και πατριωτικού εξευτελισμού. Μια μέρα που ήρθε να προστεθεί σε εκείνες —και δεν είναι λίγες— κατά τις οποίες η στάση μερικών από μας κουρελιάζει κάθε έννοια ελληνοπρέπειας και μας κάνει να σκύβουμε το κεφάλι από ντροπή. Σε όλα τα δελτία ειδήσεων —πέρα από το τραγικό γεγονός του πολέμου στην Ουκρανία, που μαυρίζει εδώ και είκοσι μέρες καθημερινά την ψυχή μας— η είδηση που κυριάρχησε ήταν «το λαθρεμπόριο καυσίμων από τα κατεχόμενα». Κάποιοι, λέει, λόγω της αύξησης της τιμής των καυσίμων στις ελεύθερες περιοχές, διαμόρφωσαν με τέτοιο τρόπο τα οχήματά τους, ώστε να μπορούν να μεταφέρουν λαθραία μεγάλες ποσότητες καυσίμων από τα κατεχόμενα, είτε για να τα εμπορευθούν είτε για την κίνηση των δικών τους οχημάτων. Και η είδηση δεν αναφερόταν σε μεμονωμένες περιπτώσεις κάποιων ίσως δυσπραγούντων συμπολιτών μας —που και πάλι δεν δικαιολογούνται— αλλά τελοσπάντων θα μπορούσαμε να τους βρούμε ένα κάποιο ελαφρυντικό. Αφορούσε, ανάμεσα σε άλλους, και μια ολόκληρη εταιρεία, που διαθέτει, λέει, δεκαεπτά λεωφορεία και η οποία διαμόρφωσε ένα από αυτά, ώστε να πηγαινοέρχεται στα κατεχόμενα μεταφέροντας μεγάλες ποσότητες καυσίμων, για να τροφοδοτεί τα υπόλοιπα δεκαέξι. Δεν μας έφταναν οι ιδιώτες οδηγοί, που κάθε λίγο και λιγάκι μεταβαίνουν στα κατεχόμενα για πιο φθηνά καύσιμα, δεν μας έφταναν οι οδηγοί ταξί, που πριν λίγο καιρό μάλιστα προέβησαν και σε ενέργειες διαμαρτυρίας, γιατί δεν τους επιτρέπεται να πηγαινοέρχονται ανενόχλητοι στα κατεχόμενα για να ανεφοδιάζουν τα οχήματά τους με καύσιμα, ήρθαν τώρα και ολόκληρες εταιρείες να προβαίνουν σε ενέργειες όπως αυτήν που ακούσαμε στα δελτία ειδήσεων.

Και οι πιο πάνω περιπτώσεις ήρθαν να προστεθούν σε όλες τις άλλες, αυτών που εδώ και χρόνια έχουν μετατρέψει τα κατεχόμενα σε προορισμό «αναψυχής χαμηλού κόστους», σε προορισμό για «συμφέρουσες εμπορικές συναλλαγές» και ένα σωρό άλλες ενέργειες, που μας κάνουν να νιώθουμε ντροπή. Ναι, ντροπή, γιατί είμαστε έτοιμοι να ξεπουλήσουμε με τόση ευκολία αξίες και ιδανικά και πατρίδες. Ναι, ντροπή για την κατάντια μας. Γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κάποιος αυτή τη στάση μας, αφού για μας σημασία έχει πρωτίστως πόσα χρήματα θα εξοικονομήσουμε. Αφού για μας σημασία έχει πόσα χρήματα θα κερδίσουμε. Κι ας αισχροκερδούμε εις βάρος του κράτους μας. Κι ας ενισχύουμε με τις πράξεις μας το καθεστώς της κατοχής, που εδώ και σχεδόν πενήντα χρόνια καταπατά κάθε έννοια Διεθνούς Δικαίου και σεβασμού των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μας. Κι ας στέλνουμε με τη στάση μας το μήνυμα ότι η εθνική μας αξιοπρέπεια έχει τιμή… ότι πουλιέται και αγοράζεται, φτάνει να… πιάσει την τιμή της. 

Και άντε τώρα με αυτές τις πράξεις μας, εμείς οι νάνοι της εθνικής αξιοπρέπειας, να τολμήσουμε να κοιτάξουμε στα μάτια τον Γρηγόρη και τον Ευαγόρα και τον Κυριάκο και όλους τους γίγαντες του ηρωισμού, αυτούς που χάριν της ελευθερίας της πατρίδας και της εθνικής αξιοπρέπειας επέλεξαν τον θάνατο, βροντοφωνάζοντας τα ηρωικά τους «Ό,τι έκαμα το έκαμα ως Έλλην Κύπριος που ζητεί την ελευθερία του» και τα «Μολών λαβέ» τους και τα «Ου περί χρημάτων των αγώνα ποιούμεθα…». Και άντε τώρα εμείς, οι σύγχρονοι Έλληνες Κύπριοι, που συναλλασσόμαστε παράνομα με αυτούς που κατακρατούν με τη δύναμη των όπλων τα σπίτια και τη γη μας, που πουλούμε χωρίς τύψεις τις περιουσίες μας στον κατακτητή, που σιγά σιγά συμβιβαζόμαστε με την κατοχή, που νιώθουμε ίσως περήφανοι, γιατί ξεγελούμε το κράτος μας προμηθευόμενοι φθηνά καύσιμα από τα κατεχόμενα, άντε τώρα να τολμήσουμε να σταθούμε μπροστά τους χωρίς ντροπή για την κατρακύλα μας, που συνεχίζεται ολοένα και περισσότερο…

Υποστηρίζω με θέρμη τη συμβίωση και τη συνεργασία με τους Τουρκοκύπριους στο πλαίσιο μιας κοινά αποδεκτής λύσης, που να προνοεί αποχώρηση του στρατού κατοχής και σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου και των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όλων των Κυπρίων. Όσο όμως έχουμε ενώπιον μας έναν αδιάλλακτο κατακτητή, που δεν σέβεται τίποτε από τα πιο πάνω, αρνούμαι έντονα να δικαιολογήσω τέτοιες συμπεριφορές κάποιων από μας.

*Φιλόλογος – Εκπαιδευτικός