Το ερώτημα του τίτλου τίθεται καταχρηστικά και αφορμή για τις σκέψεις που ακολουθούν έδωσε η συζήτηση που είχα πρόσφατα ανάμεσα σε μια παρέα. Η κουβέντα άρχισε με τις προεδρικές εκλογές και κατέληξε στα διάφορα σκάνδαλα. Από τη Δρομολαξιά και τα χρυσά διαβατήρια, μέχρι το συμβόλαιο της Γιωρκάτζη, την καταδίκη του τέως βοηθού γενικού εισαγγελέα, τα αξιόγραφα, το κλείσιμο της Λαϊκής, την κατάρρευση του Συνεργατισμού και αρκετά άλλα. Οι περισσότεροι από όσους συμμετείχαν στην συζήτηση είναι άνθρωποι που παρακολουθούν ανελλιπώς τα γεγονότα και ενδιαφέρονται για τα κοινά, αλλά δεν έχουν άμεση επαφή με τους πρωταγωνιστές της δημόσιας ζωής. Η εντύπωση που έχουν σχηματίσει για όσους αποτελούν αυτό που λέμε πολιτικό και οικονομικό σύστημα (ή κατεστημένο, αν προτιμάτε), προκύπτει από όσα βλέπουν και ακούν, από όσα διαβάζουν και από όσα αντιλαμβάνονται. 

Η συζήτηση επιβεβαίωσε πόσο έντονα είναι τα ρεύματα της αμφισβήτησης, τα οποία κρατούν την κοινωνία σε μια διαρκή περιδίνηση. Σε αρκετές περιπτώσεις δε, η καχυποψία αναπαράγει τις πιο ακραίες θεωρίες συνωμοσίας ή τρέφεται από αυτές. Το παράδειγμα του Βγενόπουλου είναι χαρακτηριστικό, όπως τουλάχιστον διέκρινα από τα επιχειρήματα που άκουσα στη διάρκεια της συζήτησης που σας προανέφερα. Το γεγονός και μόνον ότι ο πάλαι ποτέ ισχυρός τραπεζικός παράγοντας ήταν ιδιοκτήτης του ιατρικού κέντρου το οποίο επιβεβαίωσε τον θάνατό του, είναι αρκετό για ορισμένους να συντηρούν το μύθο που τον θέλει να κρύβεται σε κάποιο άγνωστο μέρος και να απολαμβάνει μια πλούσια ζωή. Είμαι βέβαιος ότι αν γίνει μια έρευνα της κοινής γνώμης σε Κύπρο και Ελλάδα, το αποτέλεσμα θα είναι συντριπτικά υπέρ εκείνων που δεν διαφέρουν από τον άπιστο Θωμά. 

Η καχυποψία και η δυσπιστία οφείλονται στην κλονισμένη εμπιστοσύνη των πολιτών στα πρόσωπα των θεσμών και δη των πολιτικών. Το φαινόμενο μπορεί να είναι άδικο αλλά δεν παύει να διακρίνει την εποχή μας και την κοινωνία μας. Είναι κάτι που γίνεται παραδεκτό εδώ και χρόνια από τα ίδια τα πολιτικά κόμματα. Ενδεικτικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από τη συνέντευξη που έδωσε την περασμένη Κυριακή στον συνάδελφο Φρίξο Δαλίτη του «Φ» ο τέως γενικός γραμματέας του ΑΚΕΛ, Άντρος Κυπριανού: «Θέλω να πω ότι ένα από τα πιο σημαντικά ευρήματα των δημοσκοπήσεων που δεν λαμβάνεται υπόψη από πολλούς, είναι το γεγονός ότι η καταπληκτική πλειοψηφία του κόσμου, θέλει ο υποψήφιος να μην είναι άτομο το οποίο έχει προϊστορία στην πολιτική. Θέλει κάτι το νέο, το άφθαρτο. Κάτι το οποίο εκπέμπει τιμιότητα, εντιμότητα, καθαρότητα σε όλα αυτά που βιώσαμε τα τελευταία χρόνια όσον αφορά τη διαφθορά και τα σκάνδαλα. Ως εκ τούτου, εάν βρεθεί μία τέτοια υποψηφιότητα, εγώ πιστεύω ότι ανεξάρτητα με τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων σήμερα, μπορεί στην εξέλιξη των πραγμάτων να καταστεί μία πάρα πολύ ισχυρή υποψηφιότητα». 

Η απάντηση του κ. Κυπριανού ουσιαστικά αποτελεί παραδοχή της ανυποληψίας στην οποία έχουν περιπέσει οι πολιτικοί, ασφαλώς όχι όλοι. Η επιβεβαίωση του προβλήματος από τον τέως ηγέτη του ΑΚΕΛ δεν είναι αυθαίρετη αλλά την ίδια ώρα μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι συνιστά αδυναμία για ένα πολιτικό κόμμα να προτείνει μια μη πολιτική λύση σε μια προεδρική αναμέτρηση, όταν μάλιστα ιεραρχεί ως κορυφαίο διακύβευμα την πολιτική αλλαγή. Όσοι σπεύσουν να επικαλεστούν το παράδειγμα του Γιώργου Βασιλείου, ο οποίος το 1988 αναμετρήθηκε επιτυχώς με τα τότε τέρατα της πολιτικής (Κληρίδη και Κυπριανού), προφανώς συγκρίνουν ανόμοια πράγματα. Εκείνα τα χρόνια πολύ λίγοι ψηφοφόροι αμφισβητούσαν τις αποφάσεις των κομμάτων, που παραδοσιακά ψήφιζαν. Και ακόμη λιγότεροι ήταν εκείνοι που ήταν τόσο καχύποπτοι και δύσπιστοι, ώστε να ισχυρίζονται ότι ένας τραπεζίτης που εγκατέλειψε τα εγκόσμια, κρύβεται σε κάποιο άγνωστο μέρος και κάνει ζωή χαρισάμενη.

Ελεύθερα, 17.4.2022.