Με τον πόλεμο στην Ουκρανία να μπαίνει στον τρίτο μήνα και οι επιπτώσεις του στην παγκόσμια οικονομία να αυξάνονται, όταν μάλιστα γινόμαστε καθημερινά μάρτυρες νέων αρνητικών εξελίξεων (π.χ. κλείσιμο στροφίγγων φυσικού αερίου προς Πολωνία – Βουλγαρία), η κυπριακή οικονομία δεν μπορεί να αποτελέσει εξαίρεση. Πόσο όμως θα επηρεαστεί τελικά; Ποιο το κόστος στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν; Πόσο βαθιά θα νιώσει στην τσέπη του τις επιπτώσεις ο Κύπριος φορολογούμενος; Προσωπικά δεν θα προσπαθήσω να απαντήσω τα πιο πάνω ερωτήματα αλλά θα προσπαθήσω να παραθέσω στοιχεία και να μεταφέρω στον αναγνώστη κάποια κομμάτια ενός παζλ πολύ μεγάλου, που πολύ δύσκολα μπορεί να συναρμολογηθεί.

 

Ένα το δεδομένο

Εκεί που τα πράγματα είναι άμεσα μετρήσιμα είναι ο τουρισμός. Όπως έχω αναφέρει και σε πρόσφατο άρθρο μου, θα χαθούν φέτος 800 με 900 χιλ. αφίξεις τουριστών (έως 800 χιλ. από Ρωσία και 100 χιλ. από Ουκρανία), με παράλληλη απώλεια εσόδων της τάξης των περίπου €550 εκατ. Παράγοντες της τουριστικής βιομηχανίας ανεβάζουν τους δείκτες περισσότερο, σημειώνοντας πως αναμένουν και έμμεσες απώλειες πρόσθετων 100 χιλ. τουριστών από άλλες χώρες, λόγω των οικονομικών επιπτώσεων στις τοπικές κοινωνίες. Αναφέρονται παράλληλα σε μειωμένα έσοδα εξαιτίας δύο παραγόντων: α) των αυξημένων κόστων λειτουργίας των ξενοδοχειακών μονάδων και καταλυμάτων και β) των μειωμένων τιμών στα πακέτα που προσφέρουν, προκειμένου να εξασφαλίσουν πελάτες από άλλες τουριστικές αγορές.

Το θετικό στην περίπτωση του τουρισμού είναι ότι θα προκύψουν αυξημένες αφίξεις από το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία, τη Γαλλία, τις σκανδιναβικές χώρες και τις αραβικές χώρες. Ωστόσο, αυτό που παραμένει ως ερωτηματικό είναι κατά πόσο οι αφίξεις αυτές θα υπερκαλύψουν το κενό από Ρωσία και Ουκρανία, προκειμένου το 2022 να είναι καλύτερο τουριστικά από το 2021, τόσο σε αφίξεις όσο και σε έσοδα. Ίδωμεν…

 

Δεύτερο δεδομένο

Το δεύτερο που μπορεί να καταγραφεί ως δεδομένο είναι ο εισαγόμενος αλλά και ο εγχώριος πληθωρισμός. Ήδη, από το τρίτο τετράμηνο του περασμένου έτους καταγράφονται σημαντικές αυξήσεις σε είδη ευρείας κατανάλωσης και στα καύσιμα, που ήδη επηρεάζουν σημαντικά τα εισοδήματα των κυπριακών νοικοκυριών. Οι τιμές των καυσίμων είναι αυξημένες κατά περίπου 30% και σύμφωνα με διεθνείς αναλυτές οι τιμές του πετρελαίου στις διεθνείς αγορές αναμένεται ότι το 2022 θα κινηθούν γύρω στα 100 δολ. το βαρέλι. 

Σύμφωνα με την Στατιστική Υπηρεσία, ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή τον Μάρτιο 2022 αυξήθηκε κατά 1,94 μονάδες και έφτασε στις 107,78 μονάδες, σε σύγκριση με 105,84 μονάδες τον Φεβρουάριο 2022. Ο πληθωρισμός τον Μάρτιο 2022 αυξήθηκε με ρυθμό 7,1%. Οι μεγαλύτερες μεταβολές στις οικονομικές κατηγορίες, συγκριτικά με τον Μάρτιο του 2021, καταγράφηκαν στον Ηλεκτρισμό με ποσοστό 31,9%, στα Πετρελαιοειδή με ποσοστό 27,3%, και στα Γεωργικά Προϊόντα με ποσοστό 18,2%.

 

Τρίτο δεδομένο

Αρνητική επίπτωση θα προκύψει και στον κατασκευαστικό τομέα, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα πολυτελή ακίνητα. Ο συγκεκριμένος υποτομέας των κατασκευών ήταν τα τελευταία χρόνια προσανατολισμένος στη ρωσική αγορά. Όπως ανέφερε σε πρόσφατη συνέντευξη στο «Φ» ο αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Cybarco Μάριος Ε. Λανίτης, «χωρίς να μπορούμε να εκτιμήσουμε το πραγματικό μέγεθος και τέλος αυτής της διένεξης, σίγουρα θα μας επηρεάσει. Εκτιμούμε ότι η ρωσική αγορά έχει χαθεί για το άμεσο μέλλον, ίσως για τα επόμενα δύο χρόνια». Ο κ. Λανίτης ανέφερε επίσης ότι υπάρχει στην αγορά ένα απόθεμα που είναι σχεδιασμένο για τη ρωσική αγορά, προσθέτοντας πως, «είναι διαφορετικό να απευθύνεσαι σε Άγγλο ή Ρώσο ή Γερμανό πελάτη». 

Πρόβλημα όμως αντιμετωπίζει και η εσωτερική αγορά, κυρίως λόγω του αυξημένου κόστους στα οικοδομικά υλικά. Το πρόβλημα των τιμών που είχε καταγραφεί εξαιτίας της πανδημίας τώρα, λόγω του Ουκρανικού, έχει επιδεινωθεί. Σύμφωνα με την Στατιστική Υπηρεσία, ο Δείκτης Τιμών Κατασκευαστικών Υλικών για τον μήνα Μάρτιο 2022 ανήλθε στις 125,65 μονάδες, σημειώνοντας αύξηση της τάξης του 2,22%, σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα. Σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους, ο δείκτης κατέγραψε αύξηση 19,08%. Κατά κύρια κατηγορία προϊόντων, καταγράφηκαν αυξήσεις στα μεταλλικά προϊόντα (31,60%), στα προϊόντα από ξύλο, μονωτικά, χημικά και πλαστικά (20,87%), στα ηλεκτρομηχανολογικά είδη (14,79%), στα ορυκτά (7,38%) και στα προϊόντα ορυκτών (6,68%).

 

Τραπεζικός τομέας

Ο τραπεζικός τομέας δεν φαίνεται να επηρεάζεται άμεσα από την κρίση στην Ουκρανία, καθώς μετά το 2013 άρχισε μία σταδιακή απεξάρτησή του από τη Ρωσία. Η Κεντρική Τράπεζα έχει ανακοινώσει ότι παρακολουθεί τις εξελίξεις και πως «έχουν ληφθεί τα αναγκαία προληπτικά μέτρα, ώστε να είναι περιορισμένος ο οποιοσδήποτε αντίκτυπος στο κυπριακό χρηματοπιστωτικό σύστημα». 

Παράλληλα, η ΚΤ σημειώνει ότι, χάρη στις προσπάθειες των τελευταίων ετών, ο κυπριακός τραπεζικός τομέας διαθέτει πλέον επαυξημένη ικανότητα να απορροφήσει τυχόν κραδασμούς. Όπως αναφέρεται, «τα επίπεδα κεφαλαιακής επάρκειας, όπως αυτά αξιολογούνται μέσω του Δείκτη Κοινών Μετοχών Κατηγορίας 1, ανέρχονταν τον Σεπτέμβριο του 2021 στο 17,2%, ισχυροποιώντας την ικανότητα του εγχώριου τραπεζικού τομέα να απορροφήσει μη αναμενόμενες ζημιές και να συνεχίσει την παροχή χρηματοδότησης στην πραγματική οικονομία».

Παρόμοια διαβεβαίωση δόθηκε και από την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ. «Η Κύπρος έχει τη δυνατότητα να αντεπεξέλθει στις επιπτώσεις της τρέχουσας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, την οποία προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία», δήλωσε η κ. Λαγκάρντ κατά την επίσκεψή της στην Κύπρο στις 30 Μαρτίου.

Χαρακτηριστική είναι επίσης ανακοίνωση της Τράπεζας Κύπρου. Σε αυτήν σημείωνε ότι «δεν έχει τραπεζικές δραστηριότητες στη Ρωσία ή την Ουκρανία». Επίσης ότι «δεν έχει έκθεση σε ρωσικά ομόλογα ή ρωσικές τράπεζες που υπόκεινται σε κυρώσεις» και ότι «έχει περιορισμένη άμεση έκθεση σε δάνεια που αφορούν τη Ρωσία, την Ουκρανία και τη Λευκορωσία, που ανέρχεται σε περίπου 0,4% του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων ή περίπου 1% του συνόλου των καθαρών δανείων». 

 

Κίνδυνος όμως υπάρχει 

Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι κίνδυνος για το τραπεζικό σύστημα υπάρχει. Κι αυτός προέρχεται τόσο εκ των έσω όσο και εκ των έξω. Εσωτερικά αφορά στις γενικότερες επιπτώσεις στην οικονομία από την κρίση και κατ’ επέκταση της οικονομικής δραστηριότητας. Αυτό μπορεί να σημαίνει μειωμένα έσοδα και κέρδη και ταυτόχρονα πιθανή αύξηση μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οι εξωτερικοί κίνδυνοι αφορούν κυρίως στα έσοδα και δικαιώματα από τον τομέα διεθνών τραπεζικών εργασιών.

 

Το ερώτημα των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων

Ένα από τα βασικά ερωτήματα της κρίσης είναι οι επιπτώσεις, έμμεσες και άμεσες, από τις ξένες επενδύσεις, εισερχόμενες και εξερχόμενες. Η Κύπρος, σύμφωνα με τα στοιχεία, είναι ανάμεσα στις χώρες με τις υψηλότερες Άμεσες Ξένες Επενδύσεις προς και από τη Ρωσία. Κι αυτές προέρχονται κυρίως από Ρώσους που διατηρούν οικονομικές σχέσεις με την Κύπρο. Σύμφωνα με στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, το απόθεμα Άμεσων Ξένων Επενδύσεων από την Κύπρο προς τη Ρωσική Ομοσπονδία το 2019 ανερχόταν σε €142.997,3 εκατ. και από τη Ρωσία προς την Κύπρο σε €105.340,3 εκατ. Ωστόσο όπως παρατηρεί η UNCTAD (UNITED NATIONS CONFERENCE ON TRADE AND DEVELOPMENT), η Κύπρος δεν πρέπει να θεωρείται μια από τις χώρες με τις πραγματικά υψηλότερες επενδύσεις στη Ρωσική Ομοσπονδία. 

Σύμφωνα με την UNCTAD, ποσοστό μεταξύ 30% και 50% των ΑΞΕ περνά από λεγόμενες χώρες-“αγωγούς”. Προστίθεται πως ούτε η Κύπρος, ούτε η Ολλανδία, ούτε οι Βερμούδες ήταν οι μεγαλύτεροι ξένοι επενδυτές στη Ρωσία. Τα ποσά των επενδύσεων που αναφέρονται ως έχουσες πηγή τις συγκεκριμένες χώρες θεωρείται ότι στην πραγματικότητα προέρχονται από Ρώσους επιχειρηματίες που επέλεξαν να επιχειρούν μέσω τρίτων χωρών, αναφέρει η UNCTAD.

 

Οι επιπτώσεις στο ΑΕΠ

Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), παρά τη μείωση της έκθεσής της στη Ρωσία, η Κύπρος παραμένει «εξαιρετικά ευάλωτη» στις οικονομικές επιπτώσεις από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Το ΔΝΤ προβλέπει ότι η ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί στο 2% το 2022 από το 5,5% το 2021, αποτυπώνοντας κυρίως την επίπτωση του πολέμου και των κυρώσεων στις εξαγωγές υπηρεσιών και το αρνητικό σοκ στο εμπόριο από τις υψηλότερες τιμές ενέργειας και τροφίμων.

 

Οι κοινωνικο-οικονομικές σχέσεις της Κύπρου με τη Ρωσία εν συντομία

Η Κύπρος μέχρι πριν τα μέτρα λόγω της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, διατηρούσε πολύ στενές οικονομικές σχέσεις με τη Ρωσία, ενώ προσδοκούσε ότι το 2022 θα ήταν ένα έτος πολύ θετικό και κοντά στα αποτελέσματα των ετών πριν την πανδημία. 

● Στον τουρισμό αναμένονταν γύρω στις 700 με 800 χιλ. τουρίστες, από 500 χιλ. πέρυσι. Οι ναυλωμένες πτήσεις θα άρχιζαν την 1η Μαρτίου. Μάλιστα, για την πρώτη εβδομάδα του μήνα είχαν προγραμματιστεί 15 πτήσεις στη Λάρνακα και έξι στην Πάφο.

● Από την 1η Ιανουαρίου 2021 τέθηκε σε ισχύ η νέα Συμφωνία μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και Ρωσικής Ομοσπονδίας για Αποφυγή Διπλής Φορολογίας. Το σχετικό πρωτόκολλο είχαν υπογράψει στη Λευκωσία το Σεπτέμβριο του 2020 ο υπ. Οικ. Κωνσταντίνος Πετρίδης και ο αναπληρωτής υπ. Οικ. της Ρωσίας Αλεξέι Σαζάνοφ. Η υπογραφή της συμφωνίας έθετε τέρμα σε ένα θρίλερ σχεδόν δύο ετών που απειλούσε να πλήξει τις οικονομικές σχέσεις των δύο χωρών.

● Κυπριακές επιχειρήσεις του κλάδου των Ελεγκτικών – Λογιστικών και Νομικών Υπηρεσιών παρείχαν σημαντικές υπηρεσίες σε εταιρείες ρωσικών συμφερόντων και Ρώσους πολίτες. Σύμφωνα με παλαιότερη αναφορά του πρακτορείου Bloomberg, οι επιχειρηματικές δραστηριότητες που σχετίζονται με τη Ρωσία στην Κύπρο οδήγησαν σε ακαθάριστο εισόδημα περίπου 2,2 δισ. ευρώ το 2017, δηλαδή περίπου 11% του ΑΕΠ. 

● Σημαντική ήταν η συνεισφορά των ξένων αγοραστών στον τομέα των ακινήτων. Σύμφωνα με έκθεση του Υπουργείου Οικονομικών, οι ξένοι αποτελούσαν το 2008 το 45,2% των αγοραστών, μεταξύ 2009 και 2017 τα ποσοστά τους κινήθηκαν μεταξύ 21,6% και 27,5%, το 2018 το ποσοστό ανήλθε στο 47,3% και το 2019 στο 43,2%. Κατά τη περίοδο λειτουργίας του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος (παραχώρηση διαβατηρίων) 2013-2019, από ξένους επενδύθηκαν στην Κύπρο σε ακίνητα και για απόκτηση μόνιμης ιδιόκτητης κατοικίας €5,656.1 εκατ. Όπως μάλιστα σημειώνει κατά λέξη το Υπ. Οικ., «όσον αφορά τις εθνικότητες των ατόμων που έχει εγκριθεί η πολιτογράφηση τους, πρώτη με διαφορά είναι η Ρωσική, ακολουθεί η Κινέζικη και με μικρότερο αριθμό επενδυτών η Ουκρανική, η Λιβανική και της Σαουδικής Αραβίας. Οι επενδύσεις σε ακίνητα κατά την υπό αναφορά περίοδο διενεργούνται κυρίως από Ρώσους και Κινέζους υπηκόους».

● Η Δημοκρατία έχει παραχωρήσει κυπριακά διαβατήρια σε 2.886 Ρώσους υπηκόους από το 2007 έως τον Αύγουστο του 2020 (σε επενδυτές και τις οικογένειές τους). Πρόσφατα ανακοινώθηκε ότι θα αφαιρεθούν τα διαβατήρια από αριθμό Ρώσων που περιλαμβάνονται στη λίστα της Κομισιόν. Πληροφορίες τους ανεβάζουν, μαζί με τα μέλη των οικογενειών τους, σε 36.

● Ζουν σήμερα στην Κύπρο γύρω στις 50 χιλ. Ρώσοι, οι περισσότεροι στη Λεμεσό. Στην πόλη λειτουργούν ρωσικά σχολεία, ρωσικά σούπερ μάρκετ, ρωσικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί και κυκλοφορούν ρωσικές εφημερίδες. Πρόσφατα η ιστοσελίδα tagesschau.de, του πρώτου προγράμματος της γερμανικής δημόσιας τηλεόρασης, αποκάλεσε την πόλη «Λεμέσογκραντ».

 

* Δημοσιογράφος

panicoscharal.j@gmail.com