Η προστασία των δικαιωμάτων των πιστωτών και των περιουσιακών στοιχείων εταιρείας εναντίον της οποίας εκκρεμεί αίτηση εκκαθάρισης μπορεί να αποτελέσει λόγο αναστολής της διαδικασίας αγωγής ή άλλης διαδικασίας που εκκρεμεί εναντίον της εταιρείας μέχρι την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης. Η αίτηση για αναστολή μπορεί να υποβληθεί οποτεδήποτε πριν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης είτε από την εταιρεία είτε από πιστωτή ή συνεισφορέα της. Το διάταγμα που ζητείται στοχεύει στην αναστολή της διαδικασίας αγωγής ή άλλης διαδικασίας και την παρεμπόδιση συνέχισης της ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου εκκρεμεί, Επαρχιακού ή του Ανωτάτου. Το θέμα ρυθμίζεται από το άρθρο 215 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, το οποίο παρέχει διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο, στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση, ανάλογα με την περίπτωση, να αναστείλει ή περιορίσει τη διαδικασία με τέτοιους όρους ήθελε θεωρήσει σωστό. 

Η εξουσία αναστολής μπορεί να ασκηθεί στο μεσοδιάστημα από την καταχώρηση της αίτησης εκκαθάρισης εταιρείας μέχρι της έκδοσης του διατάγματος, ώστε να διασφαλιστεί ότι όλοι οι μη εξασφαλισμένοι πιστωτές θα τύχουν ίσης μεταχείρισης. Ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να διαφυλάξει την περιουσία της υπό διάλυση εταιρείας ώστε αυτή να μην απωλεσθεί για να διανεμηθεί μεταξύ των πιστωτών της όπως ορίζει το άρθρο 300 του Νόμου που καθορίζει τις προνομιακές πληρωμές. Ένα επιπρόσθετο στοιχείο που εξετάζει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσον ο ενάγων μπορεί να θεωρηθεί πιστωτής με την έννοια ότι μπορεί να επαληθεύσει το χρέος του. 

Τον ανωτέρω προβληματισμό έθεσε η Δικαστής κα Ν. Μαθηκολώνη στα πλαίσια της απόφασης που εξέδωσε την 4.3.2022 σε αγωγή εναντίον εναγόμενης εταιρείας που αφορούσε απαίτηση που προκύπτει από αστικό αδίκημα, όπου υποβλήθηκε αίτηση αναστολής λόγω του ότι εκκρεμούσε αίτηση εκκαθάρισης. Ο προβληματισμός συνίστατο εάν οι ενάγοντες των οποίων η απαίτηση αμφισβητείται από όλους τους εναγόμενους μπορούν να θεωρηθούν πιστωτές με την έννοια του πιστωτή που μπορεί να επαληθεύσει το χρέος του δυνάμει του άρθρου 298 του Κεφ.113. Συμφώνησε με τη νομολογία που παρέπεμψε ότι η εν λόγω διάταξη είναι διατυπωμένη με τον πλέον ευρύ τρόπο ώστε να περιλαμβάνει και απαιτήσεις για αποζημιώσεις προκύπτουσες από αδικοπραξία. Ο σκοπός των διατάξεων των άρθρων 215 και 220 είναι να εξαναγκαστούν οι πιστωτές να σπεύσουν και να επαληθεύσουν την απαίτηση τους στη διαδικασία εκκαθάρισης ώστε να διασφαλιστεί δίκαιος διαμοιρασμός της περιουσίας της εταιρείας. Επομένως, το ερώτημα είναι εάν οι ενάγοντες θα μπορούσαν να επαληθεύσουν το χρέος τους στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης. 

Στην προκειμένη περίπτωση, η απαίτηση των εναγόντων που προκύπτει από αδικοπραξία αμφισβητείται, το οποίο γεγονός αναπόφευκτα εξυπακούει αμφισβήτηση τούτης της ιδιότητας των εναγόντων ως πιστωτές της εταιρείας. Κατέληξε ότι είναι προφανές ότι εάν οι ενάγοντες δεν προωθήσουν την αγωγή τους πιθανόν να μην μπορέσουν να επαληθεύσουν επαρκώς την απαίτηση τους στη διαδικασία εκκαθάρισης. Δεν εντόπισε βάσιμο λόγο γιατί να μην συνεχίσει η αγωγή ώστε να αποφασιστεί τελεσίδικα από το αρμόδιο Δικαστήριο το κατά πόσον οι ενάγοντες είναι πιστωτές της εταιρείας. Εξάλλου, όπως τόνισε, και τούτο είναι το πιο ουσιώδες, ακόμα και να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή ενώ ακόμα εκκρεμεί αίτηση εκκαθάρισης σε σχέση με την οποία διασυνδέεται το αίτημα αναστολής, οι ενάγοντες δεν θα δικαιούνται να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης δεδομένων των προνοιών του άρθρου 217. Αυτό προνοεί ότι όταν εταιρεία εκκαθαρίζεται από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε κατάσχεση στα χέρια τρίτου, μεσεγγύηση, κατάσχεση ή εκτέλεση που αρχίζει εναντίον της περιουσίας ή αντικειμένων της εταιρείας μετά την έναρξη της εκκαθάρισης είναι εξ ολοκλήρου άκυρη. Η εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 218 λογίζεται ότι αρχίζει από το χρόνο υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν φαίνεται ότι οιοσδήποτε πιστωτής της εταιρείας θα επηρεαστεί από τυχόν έκδοση δικαστικής απόφασης εναντίον της εναγόμενης εταιρείας. Ούτε θα επηρεαστεί η σειρά κατάταξης των πιστωτών όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 300. Η έκδοση δικαστικής απόφασης δεν παρέχει προνόμια σε κάποιο πιστωτή. Επομένως δεν καταδεικνύεται οιοσδήποτε κίνδυνος για άλλους πιστωτές ή για την περιουσία της εταιρείας, ο οποίος να δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος και την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής. Τουναντίον και λόγω της παλαιότητας της υπόθεσης, έκρινε ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να προωθηθεί η αξίωση των εναγόντων στην αγωγή τους και απέρριψε την αίτηση. 

* Δικηγόρος στη Λάρνακα