Και ενώ ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται, όλη η εμφύλιος παρακολουθεί με αγωνία την εξέλιξη της εισβολής και αγωνιά για το τί μέλλει γενέσθαι. Τα γεγονότα όμως δεν μένουν στην ουκρανική επικράτεια.

Τα δεδομένα στη παγκόσμια πολιτική σκακιέρα αλλάζουν με γοργούς ρυθμούς, πράγμα ανησυχητικό, όμως αναμενόμενο. Πολιτικοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι η ρωσική εισβολή πιθανόν να «εμπνεύσει» και άλλες μεγάλες δυνάμεις να πράξουν το ίδιο. Μια τέτοια απειλή φαίνεται να αντιμετωπίζει και η Ταϊβάν από την Κίνα. Στην Ταϊβάν έχουν αναζωπυρωθεί οι συζητήσεις σχετικά με την ετοιμότητα της αμυντικής της δύναμης σε μια πιθανή εισβολή από την Κίνα, η οποία θεωρεί το νησί ως επαρχία της που κάποια στιγμή πρέπει να «ανακαταλάβει».  

Οι παραλληρισμοί μεταξύ του πολέμου στην Ουκρανία και της επικρατούσας κατάστασης στη Ταϊβάν δίνουν και παίρνουν και στο άρθρο αυτό επιχειρείται μια πολιτική ανάλυση, σε συγκριτικό επίπεδο, μεταξύ των δύο αυτών περιπτώσεων.

 

Σύγκριση Ρωσίας – Κίνας

Ξεκινώντας από την σύγκριση των «ισχυρών», προκύπτουν ενδιαφέροντα στοιχεία. Η οικονομία της Κίνας είναι περίπου 10 φορές μεγαλύτερη από της Ρωσίας και επεκτείνεται σχεδόν σε όλους τους τομείς στον ευρύτερο κόσμο.

Η Κίνα θα μπορούσε να πνίξει την οικονομία της Ταϊβάν που εξαρτάται από το εμπόριο μέσω μιας σειράς μέτρων της αποκαλούμενης ¨γκρίζας ζώνης¨ όπως για παράδειγμα, επιβάλλοντας ναυτικό αποκλεισμό γύρω από τα λιμάνια της Ταϊβάν. 

Η Κίνα εξέφρασε και επίσημα την αντίθεση της στις δυτικές κυρώσεις κατά τις Ρωσίας ενδυναμώνοντας έτσι τους ισχυρούς δεσμούς που διατηρεί για χρόνια με την Ρωσία.

Σε μια ενδεχόμενη εισβολή στην Ταϊβάν, είναι βέβαιο ότι η Κίνα θα βρεθεί και αυτή αντιμέτωπη με κυρώσεις και διεθνή κατακραυγή, που θα της επιφέρουν σοβαρά οικονομικά και πολιτικά πλήγματα. Ο Κινέζος Πρόεδρος θα προσπαθήσει να «εκμεταλλευτεί» αυτή την αντίδραση και να συσπειρώσει πολιτικούς συμμάχους, επικριτές αλλά και τον κινεζικό λαό δίνοντας νομιμοποιητικό χαρακτήρα σε όποια ενέργεια επιχειρηθεί για να επαναφέρει την Ταϊβάν υπό τον πλήρη έλεγχο της.  

 

Στρατιωτική διάσταση

Όσον αφορά το στρατιωτικό σκέλος, ο ρωσικός στρατός κατέχει τη 2η θέση στη κατάταξη των ισχυρότερων στρατών (την 1η κατέχει ο αμερικανικός στρατός), μια θέση πάνω από τον κινεζικό στρατό που βρίσκεται στη 3η θέση. Ωστόσο, καμιά χώρα δεν πλησιάζει καν τον αριθμό ενεργού στρατιωτικού δυναμικού της Κίνας που ανέρχεται σε 2 εκατομμύρια στρατιώτες. 

Η Ρωσία διαθέτει, θεωρητικά τουλάχιστον, ένα πιο «έμπειρο» στρατό αφού έχει επανειλημμένα εμπλακεί ενεργά σε πολλές στρατιωτικές αποστολές εκτός συνόρων ενώ παράλληλα έχει πραγματοποιήσει στρατιωτικές επεμβάσεις εναντίον άλλων κρατών, με πιο πρόσφατο παράδειγμα το Καζακστάν.

Η Κίνα από την άλλη, απέφυγε μαζικές επεμβάσεις, εισβολές ή καταλήψεις άλλων χωρών από το 1979 όταν και εισέβαλε στο Βιετνάμ. Οι μεγαλύτερες αποστολές στρατευμάτων της Κίνας στο εξωτερικό στη μεταψυχροπολεμική εποχή ήταν σε ειρηνευτικές αποστολές του ΟΗΕ. Ενώ η Ρωσία έχει περισσότερες από 20 στρατιωτικές εγκαταστάσεις πέρα από τα σύνορά της, η Κίνα έχει μόνο μία επίσημη στρατιωτική βάση σε ξένο έδαφος, στο Τζιμπουτί (από το 2017). Οι ένοπλες δυνάμεις της Κίνας έχουν εμπλακεί σε βίαιες συγκρούσεις με τον ινδικό στρατό κατά μήκος των συνόρων τους και σε μικρά επεισόδια με σκάφη της ακτοφυλακής γειτονικών χωρών. Είναι επομένως φανερό ότι η Κίνα, τα τελευταία χρόνια, απέφυγε τις επιχειρήσεις μάχης μεγάλης κλίμακας πέρα από τα σύνορά της.

Ενδιαφέρον στοιχείο η, μέχρι σήμερα, σειρά αποτυχιών του ρωσικού στρατού στην εξέλιξη των επιχειρήσεων του. Ο ουκρανικός στρατός κατάφερε να απωθήσει αρκετές ρωσικές επιθέσεις, κυρίως επί εδάφους. Η όποια τεχνογνωσία και οπλισμός που παρασχέθηκαν στην Ουκρανία από φίλια κράτη, αποδείχθηκαν αρκετά αποτελεσματικά. Ας μην ξεχνάμε και το γεγονός ότι ο ουκρανικός στρατός έχει αυξήσει την ετοιμότητά και την δυναμική του μετά την κατάληψη της Κριμαίας από τη Ρωσία το 2014.

Η ρωσική εισβολή επιτρέπει στις κινεζικές ένοπλες δυνάμεις να αντλήσουν πολλά διδάγματα από αυτήν. Μια επίθεση σε έδαφος που γειτνιάζει με τις δυνάμεις εισβολής δεν κατάφερε να φέρει εις πέρας το αναμενόμενο, από τον εισβολέα, αποτέλεσμα παρά την τεράστια διαφορά στρατιωτικής ισχύος. Ο βαθμός δυσκολίας και περιπλοκότητας αυξάνεται σε περίπτωση κινεζικής επίθεσης στη Ταϊβάν αφού ένα τέτοιο σενάριο απαιτεί συντονισμένη επίθεση ναυτικών, αεροπορικών και χερσαίων δυνάμεων.

 

Πολιτική διάσταση

Ο Πούτιν αρέσκεται να προβάλλει την εικόνα του απόλυτου ηγέτη. Αντίθετα, ο Σι έχει επιδιώξει να καλλιεργήσει μια πιο ψύχραιμη εικόνα. ‘Εχει επενδύσει πολύ χρόνο και πόρους για να καταδείξει την Κίνα ως μια πιο υπεύθυνη, πιο υπομονετική και λιγότερο παρεμβατική εκδοχή των ΗΠΑ. Αναγνωρίζοντας την δυναμική της, η Κίνα αποβλέπει στο να διεκδικήσει τα ηνία από τις ΗΠΑ, εξού και η αναβαθμισμένη επιρροή της στη Μέση Ανατολή μετά την αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν.

Μια από τις σημαντικότερες επιτυχίες της διακυβέρνησης του Πούτιν ήταν η ενίσχυση της στρατηγικής εταιρικής σχέσης της Ρωσίας με την Κίνα. Παρόλο που και οι δύο πλευρές επιμένουν ότι η συνθήκη “Καλής Γειτονίας και Φιλικής Συνεργασίας” που υπογράφηκε το 2001 (ανανεώθηκε το 2021) δεν δεσμεύει κανένα από τα δύο μέρη να υπερασπιστεί το άλλο σε περίπτωση στρατιωτικής σύγκρουσης με τρίτα κράτη, η σχέση των δύο χωρών έχει σαφώς ενδυναμωθεί, ιδιαίτερα μετά την επιδείνωση των σχέσεων τους με τις ΗΠΑ.

Η Ρωσία προσπάθησε να υπονομεύσει τις σχέσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, ως επί το πλείστον επειδή δεν κατάφερε να αποτρέψει τον προσανατολισμό μεγάλου μέρους της Ανατολικής Ευρώπης προς τη Δύση. Από την άλλη, η Κίνα είναι μια ανερχόμενη δύναμη και έχει κάθε λόγο να πιστεύει ότι ο χρόνος είναι με το μέρος της. Η κινεζική οικονομία είναι ήδη η δεύτερη μεγαλύτερη στον κόσμο (σε κάποιες μελέτες παρουσιάζεται ως πρώτη), και έχει ωφεληθεί πάρα πολύ τις τελευταίες δεκαετίες από την υπάρχουσα παγκόσμια οικονομική αρχιτεκτονική.

Αυτές οι αποκλίνουσες τροχιές έχουν οδηγήσει σε θεμελιωδώς διαφορετικές στρατηγικές για την προώθηση των συμφερόντων των δύο χωρών. Η Ρωσία έχει ήδη καταλάβει και προσαρτήσει ουκρανικό έδαφος κατά κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, με τεράστιο αντίκτυπο στα εθνικά της συμφέροντα. Τέτοιες ενέργειες έρχονται σε σαφή αντίφαση με τις αρχές της Κίνας στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής της μη ανάμειξης στις υποθέσεις άλλων χωρών και του σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας.

Η εισβολή στην Ουκρανία έχει φέρει την Κίνα σε μια άβολη θέση: το Πεκίνο δεν θέλει να ανταγωνιστεί τη Μόσχα, αλλά ούτε και να οδηγήσει τις σχέσεις του με την Ουάσιγκτον και την Ε.Ε. σε επικίνδυνα μονοπάτια. Ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών ζήτησε μεν ειρήνη, αλλά ποτέ δεν καταδίκασε τη Ρωσία για τις ενέργειες της.

Αντίθετα, η στρατηγική της Κίνας αποτελείται, ως επί το πλείστον, από μη στρατιωτικά μέσα για τη σταδιακή μετατόπιση του status quo στην εγγύς περιοχή της. Ακόμη και στη περίπτωση της Ταϊβάν, το Πεκίνο έχει δώσει έμφαση σε «ήπια» οικονομικά κίνητρα και σε εντονότερη διπλωματία για αύξηση της επιρροής της. Η Ταϊβάν για την Κίνα θεωρείται κινεζικό έδαφος, και τυχόν απώλεια της, εκτός από τεράστια αποτυχία, θα επιφέρει αρνητικότατες συνέπειες στη σχέση της με της Η.Π.Α.

 

Σύγκριση Ταϊβάν – Ουκρανίας

Σημαντικό να θυμίσουμε ότι η Ουκρανία δεν είναι μέλος του Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ) και αυτό, θεωρώ, ήταν καθοριστικός παράγοντας για την απόφαση της Ρωσίας να εισβάλει στην Ουκρανία. Ο Πούτιν γνώριζε ότι οι δυνάμεις του πιθανότατα δεν θα έρχονταν αντιμέτωποι με άλλο στρατό πέραν των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων. Εξακολουθεί να μην υπάρχει η όποια ένδειξη ότι αυτό μπορεί να συμβεί σε μεταγενέστερό στάδιο στο ουκρανικό εδαφος.

Αντίθετα, η Κίνα συνεχίζει να πιστεύει ότι ο στρατός των ΗΠΑ θα επέμβει γρήγορα και αποφασιστικά σε περίπτωση επίθεσης κατά της Ταϊβάν. Η σχέση ΗΠΑ-Ταϊβάν, αν και «ανεπίσημη» έχει ενισχυθεί αρκετά τα τελευταία χρόνια. Έχουν σταλεί ακόμη και μια ανεπίσημη αντιπροσωπεία πρώην αξιωματούχων άμυνας και εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ στην Ταϊβάν. Είναι γεγονός ότι ο μεγαλύτερος αποτρεπτικός παράγοντας για μια κινεζική στρατιωτική επίθεση στο νησί είναι η πρόβλεψη ότι ένας πόλεμος με την Ταϊβάν θα σημαίνει επίσης πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η Ταϊβάν, σε αντίθεση με την Ουκρανία, δεν είναι μέλος των Ηνωμένων Εθνών. Ενώ η Ουκρανία έχει διπλωματικές σχέσεις με περισσότερες από 180 χώρες, συμπεριλαμβανομένων της Κίνας και των Ηνωμένων Πολιτειών, η Ταϊβάν διατηρεί de facto διπλωματικές αποστολές μόνο σε ελάχιστες χώρες. Ωστόσο, απολαμβάνει ισχυρές σχέσεις με την Ουάσιγκτον. Αν και η διπλωματική θέση της Ουκρανίας είναι πολύ ανώτερη από την Ταϊβάν, οι στρατιωτικές της συμμαχίες αποδείχτηκαν λιγότερο αποτελεσματικές. Η Ταϊβάν δεν έχει επίσης επίσημους στρατιωτικούς συμμάχους, έχει όμως μερικούς στενούς εταίρους ασφαλείας, κυρίως τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Δεν υπάρχει επίσημη στρατιωτική συμμαχία μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ταϊβάν. Το αμυντικό σύμφωνο που δέσμευε την Ουάσιγκτον με την Ταϊπέι καταργήθηκε και επίσημα το 1979 όμως το Πεκίνο είναι πεπεισμένο ότι η Ουάσιγκτον διατηρεί μια σχέση συμμαχίας με την Ταϊβάν. Οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ έχουν κατά καιρούς δεσμευτεί δημόσια να υποστηρίξουν την Ταϊβάν ενάντια στην κινεζική επιθετικότητα. 

Τα όσα διαδραματίζονται στην Ουκρανία επανέφεραν το ενδεχόμενο η Ταϊβάν να επεκτείνει την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία σε ένα χρόνο (αντί 4 μήνες). Παράλληλα   αύξησε τις αμυντικές δαπάνες και τις προμήθειες όπλων από τις ΗΠΑ, με σκοπό να αλλάξει την αμυντική της ικανότητα σε μια αποτρεπτική δύναμη.

 

Σχέσεις ΗΠΑ – Κίνας

Η Ταϊβάν εξακολουθεί να είναι το πιο επίμαχο ζήτημα στις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας των τελευταίων ετών. Επιπλέον, τα στενά της Ταϊβάν παρουσιάζονται ως η πιο πιθανή τοποθεσία μιας στρατιωτικής αντιπαράθεσης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας. Για τον Σι, η Ταϊβάν χαρακτηρίζεται ως «πυρήνας» εθνικού συμφέροντος, με τον ίδιο να αναφέρει το 2021 ότι «η επίλυση του ζητήματος της Ταϊβάν και η πλήρης επανένωσης της Κίνας είναι μια ιστορική αποστολή» και ότι «κανείς δεν πρέπει να υποτιμά την αποφασιστικότητα, τη θέληση και την ικανότητα του κινεζικού λαού να υπερασπιστεί την εθνική του κυριαρχία και την εδαφική του ακεραιότητα».Το μέσο που προτιμά το Πεκίνο για την πραγματοποίηση της ενοποίησης ή την αποτροπή της ανεξαρτησίας είναι ειρηνικό, αλλά ποτέ δεν απαρνήθηκε τη χρήση ένοπλης βίας. 

Η Κίνα ανησυχεί και για τις σαρωτικές οικονομικές κυρώσεις που επιβάλλονται από τη διεθνή κοινότητα προς τη Ρωσία. Εάν η Κίνα δεχτεί πολλαπλές κυρώσεις λόγω μιας εισβολής στην Ταϊβάν, θα προκαλέσει τεράστιο αντίκτυπο στη κινεζική οικονομία ειδικά τώρα που βρίσκεται σε πορεία ανάπτυξης. Από την άλλη όμως, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι με δεδομένο το πόσες χώρες εξαρτώνται από εμπορικές σχέσεις με την Κίνα, η εύρεση πρόθυμων εταίρων για την επιβολή κυρώσεων θα είναι δύσκολη.

 

Ο ρόλος της Αμερικής

Η αμερικανική υποστήριξη ασφαλείας προς την Ουκρανία είναι πρόσφατη και εντάσσεται στις ευρύτερες ανησυχίες της σχετικά με την πρόκληση της Ρωσίας στην ευρωπαϊκή τάξη ασφαλείας μετά τον Ψυχρό Πόλεμο.

Στην Ταϊβάν, ωστόσο, τα αμερικανικά συμφέροντα είναι βαθύτερα. Η Ταϊβάν υπάρχει σήμερα ως de facto ανεξάρτητο κράτος εξαιτίας κυρίως της κυβέρνησης Τρούμαν. Έκτοτε, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ο κύριος εταίρος ασφαλείας του νησιού και η πηγή στρατιωτικής βοήθειας, εκπαίδευσης και πωλήσης όπλων. Οι ΗΠΑ βοήθησαν επίσης στη μεταρρύθμιση της Ταϊβάν έτσι ώστε να μετατραπεί σε μια ευημερούσα φιλελεύθερη δημοκρατία. Παραχώρησαν προνομιακή πρόσβαση στις αμερικανικές αγορές, συμβάλλοντας στο να τεθεί η οικονομία της Ταϊβάν σε μια ταχεία ανοδική τροχιά.

Το εύρος των αμερικανικών συμφερόντων στην Ταϊβάν είναι πολύ μεγαλύτερα συγκριτικά με εκείνα της Ουκρανίας. Η Ταϊβάν είναι μια οικονομική δύναμη στο παγκόσμιο εμπόριο και η οικονομία της είναι στενά συνυφασμένη με την υπόλοιπη Ανατολική Ασία και τη Αμερική. Το 2020, ήταν ο 9ος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Αμερικής, με 106 δισεκατομμύρια δολάρια σε εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών ( η Ουκρανία ήταν 67η, με 3,9 δισεκατομμύρια δολάρια).

Οι ΗΠΑ προετοιμάζονται να επεκτείνουν περαιτέρω την εκπαίδευση των Ταϊβανέζικων δυνάμεων, επιταχύνοντας παράλληλα την παράδοση επιπλέον οπλικών συστημάτων για να ενισχυθούν τα θλιβερά αποθέματα που διαθέτει η Ταϊβάν. Ας έχουμε κατά νου ότι η Ταϊβάν βρίσκεται σε μια στρατηγικής σημασίας γεωγραφική θέση, που χαρακτηρίζεται από πολυσύχναστες θαλάσσιες διαδρομές.  

Την ίδια στιγμή όμως οι ΗΠΑ δεν πρέπει να ξεχνούν ότι οι σταθερές σχέσεις με την Κίνα είναι εξίσου κρίσιμες για τη διατήρηση της ειρήνης στη συγκεκριμένη περιοχή. Και για τον λόγο αυτό η διατήρηση της σταθερότητας απαιτεί ισχυρότερες επικοινωνίες, ισχυρή διπλωματία και μεγαλύτερη επένδυση σε εργαλεία διαχείρισης κρίσεων. Εάν η Κίνα καταλάβει το νησί, θα κατέστρεφε την αξιοπιστία των αμερικανικών δεσμεύσεών της προς άλλους συμμάχους και εταίρους μπροστά σε μια πιθανή επακόλουθη αυξανόμενη στάση της Κίνας. Η πραγματική επιτυχία ωστόσο θα μετρηθεί τελικά όχι από το αν οι ΗΠΑ μπορούν να κερδίσουν έναν πόλεμο ενάντια στην Ταϊβάν, αλλά αν μπορούν να τον αποτρέψουν.

Εν πάση περιπτώσει, επί του παρόντος, δεν υπάρχει καμία ένδειξη για μια κινεζική στρατιωτική συσσώρευση κοντά στα στενά της Ταϊβάν. Φυσικά, η θέση του Πεκίνου σε σχέση με τη χρήση βίας μπορεί να αλλάξει, επομένως οφείλουμε να παρακολουθούμε συνεχώς την κατάσταση και να παραμένουμε σε εγρήγορση. 

*Πολιτικός Επιστήμονας & Νομικός