Στις 24 Φεβρουαρίου 2022 η Ουκρανία ξύπνησε υπό τον ήχο των σειρήνων, οι οποίες προειδοποιούσαν τον κόσμο για την εν εξελίξει στρατιωτική εισβολή της Ρωσίας στη χώρα και τον καλούσαν να βρει καταφύγιο.
Όλη η διεθνής κοινότητα και ο κόσμος, γενικότερα, φαίνεται να πιάστηκαν εξ’ απίνης, καθότι παρά την τραγική εμπειρία όλης της ανθρώπινης ιστορίας, για μια ακόμη φορά φαίνεται να κυριάρχησε το θυμικό και όχι η στεγνή και σκληρή λογική και υπήρξε η ελπίδα ότι ακόμη και την τελευταία στιγμή θα αποφευχθεί ο πόλεμος.
Η Ρωσία φαίνεται να είχε προαποφασίσει την στρατιωτική εισβολή, καθότι είναι αδύνατον να προετοιμαστεί μιας τέτοιας κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση χωρίς να έχουν όλα προαποφασιστεί προ καιρού, καθώς η κινητοποίηση των ρωσικών στρατευμάτων φαίνεται να είναι γιγάντια.
Υπό των ήχο των σειρήνων και τον ήχο των τυμπάνων του πολέμου για μια ακόμη φορά στην εύθραυστη ευρύτερη περιοχή πάνω από τα Βαλκάνια και της Ευρασίας, άναψε το φυτίλι ακόμα ενός πολέμου, το οποίο έχει ήδη προκαλέσει εκρήξεις που οδήγησαν σε θάνατο και καταστροφή.
Τραγικές μνήμες επίσης από το πυρηνικό δυστύχημα του Τσερνόμπιλ που έλαβε χώρα στις 26 Απριλίου του 1986, στον αντιδραστήρα αρ. 4 του Πυρηνικού Σταθμού Παραγωγής Ενέργειας του Τσερνόμπιλ της Σοβιετικής Ένωσης, ο οποίος σήμερα βρίσκεται σε εδάφη της Ουκρανίας ξύπνησαν και σκοτεινιάζουν τις σκέψεις όλων μας, αφού ως αναφέρουν δημοσιεύματα η αποκλεισμένη ζώνη του πυρηνικού σταθμού Τσερνόμπιλ έχει καταληφθεί από τις ρωσικές δυνάμεις, όπως δήλωσε το απόγευμα της Πέμπτης ο σύμβουλος του ουκρανικού προεδρικού γραφείου, Μιχαήλ Ποντόλιακ και όπως μεταδίδει το διεθνές ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters, o Ουκρανός αξιωματούχος ανέφερε πως “είναι αδύνατον να πούμε ότι ο πυρηνικός σταθμός του Τσερνόμπιλ είναι ασφαλής μετά από μια εντελώς άσκοπη επίθεση που εξαπέλυσαν οι Ρώσοι”.
Έκτακτη συνεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών έλαβε χώρα, καθώς επίσης και έκτακτες συνεδρίες πάμπολλων οργανισμών, οι οποίοι σε ανακοινώσεις τους καταδικάζουν τη ρωσική εισβολή στο κυρίαρχο κράτος της Ουκρανίας, η οποία ευρίσκεται εν πλήρη εξελίξει.
Προφανώς εδώ στην Κύπρο όπου ζούμε στο πετσί μας τη συνεχή παραβίαση του διεθνούς δικαίου από την Τουρκία, με κορυφαία παραβίαση την στρατιωτική εισβολή του Ιούλη 1974 και την έκτοτε συνεχιζόμενη κατοχή, αντιλαμβανόμαστε απόλυτα αυτό που συμβαίνει στην Ουκρανία, καθώς επίσης και την όποια ισχύ έχουν οι ανακοινώσεις του ΟΗΕ και όλων των οργανισμών που καταδικάζουν και φαίνεται ότι όντως ένα μειδίαμα επικρατεί σε όλους μας, αφού γνωρίζουμε πολύ καλά ότι στις διεθνείς σχέσεις αυτό που φαίνεται να υπερκαλύπτει τα πάντα είναι η δύναμη της βίας των όπλων, η στρατιωτική ισχύς και η υπεροπλία.
Είναι για αυτό για παράδειγμα που όταν το Διεθνές Δικαστήριο (ICJ) εξέδωσε, στις 25.2.2019, συμβουλευτική γνωμοδότηση σχετικά με τις συνέπειες διαχωρισμού του Αρχιπελάγους Chagos από τον Μαυρίκιο το 1965, με την οποία έκρινε ως μη νόμιμη τη διατήρηση των βρετανικών βάσεων στο έδαφός του, καλώντας το ΗΒ να τερματίσει τη διοίκηση του, καθώς επίσης και όλα τα κράτη μέλη να συνεργαστούν για την ολοκλήρωση της αποαποικιοποίησης του κράτους αυτού, το Ηνωμένο Βασίλειο διακήρυξε ότι απλά απορρίπτει τη γνωμοδότηση.
Σε μια ανάλογη ιστορική αναδρομή σε σχέση με αυτή την υπόθεση, να θυμίσουμε ότι τον Ιούλη του 1956 ο νεοεκλεγείς Αιγύπτιος Πρόεδρος Νάσερ εξήγγειλε την εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ, που ήταν το βασικό προπύργιο της παραπαίουσας Βρετανικής Αυτοκρατορίας, κάτι που προκάλεσε παγκόσμιους τριγμούς και μια κρίση που μπορούσε να εξελιχθεί και σε μίνι παγκόσμιο πόλεμο, με εμλεκόμενους τη Σοβιετική Ένωση, την Αγγλία, τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, το Ισραήλ και φυσικά την Αίγυπτο.
Η εθνικοποίηση του Σουέζ κατέλαβε εξ απροόπτου τους Βρετανούς, οι οποίοι όμως ήταν πρακτικά ανήμποροι να αντιδράσουν, αφού πλέον οι 80.000 επίλεκτοι του βρετανικού στρατού που φρουρούσαν τη Διώρυγα είχαν αποσυρθεί σταδιακά ύστερα από την συμφωνία που έκαναν οι Βρετανοί με την Αίγυπτο το 1953, με τον όρο οι Βρετανοί να παραμείνουν εκεί μέχρι το 1968.
Και επειδή προφανώς, όπως ήδη αναφέραμε, στη διεθνή γεωπολιτική σκηνή το διεθνές δίκαιο και οι εκπορευόμενες συμφωνίες είναι βασικά το δίκαιο της στρατιωτικής ισχύος, η απουσία αυτής της ισχύος, στην προκειμένη περίπτωση από τους Βρετανούς, ήταν αυτή που τους εξανάγκασε να εγκαταλείψουν το Σουέζ ταπεινωμένοι, σημαίνοντας ταυτόχρονα και το τέλος της πάλαι ποτέ κραταιάς αυτοκρατορίας.
Ποτέ όμως δεν πρέπει να είμαστε απόλυτοι και να ισοπεδώνουμε γεγονότα και καταστάσεις, καθότι, αν και εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι το διεθνές δίκαιο υποχωρεί στην στρατιωτική υπεροπλία, δεν θα πρέπει τόσο εύκολα να το απορρίπτουμε σαν ένα άχρηστο εργαλείο, αφού αυτό δεν λέει καν τη μισή αλήθεια και αυτό το γνωρίζουμε επίσης πολύ και εμείς εδώ στην Κύπρο.
Χωρίς να μπαίνουμε σε λεπτομέρειες ιστορικών γεγονότων, η ερμηνεία των οποίων δεν έχει σημασία για το παρόν άρθρο, απλά να αναφέρουμε ότι, όπως είναι γνωστό, από τον Δεκέμβρη του 1963 όλοι οι Τουρκοι αξιωματούχοι και δημόσιοι λειτουργοί της Κυπριακής Δημοκρατίας έπαυσαν να συμμετέχουν στα όργανα του κράτους και ως εκ τούτου πρακτικά το Σύνταγμα κατέστη ανεφάρμοστο.
Τέθηκε ως εκ τούτου ένα πρακτικό και ουσιώδες ζήτημα, για το αν πλέον η Κυπριακή Δημοκρατία υπήρχε ως κράτος ή αν αυτή η θεσμική κρίση με την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από τα κρατικά όργανα θα αποτελούσε την ουσιαστική της κατάλυση.
Σε αυτό έδωσε ουσιαστικά απάντηση το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, με το πλέον ιστορικό του ψήφισμα, 186/1964, ημερομηνίας 4/3/1964, με σημαντικότερο το σημείο της παραγράφου 2, που ξεκαθαρίζει ότι μόνο η κυπριακή κυβέρνηση είναι υπεύθυνη για τη διατήρηση και εξασφάλιση του νόμου και της τάξης, καθώς επίσης και το σημείο της παραγράφου 3, ότι η Κυπριακή Κυβέρνηση δεν ταυτίζεται με τις «κοινότητες» της και αυτές δεν αποτελούν συστατικά μέρη του Κράτους.
Με αυτό το καθοριστικότατο ψήφισμα του, ο ΟΗΕ αναγνώρισε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι το μόνο κράτος που λειτουργεί στην Κύπρο, έστω και αν σε αυτό δεν συμμετέχουν μέλη της τουρκικής κοινότητας και βασιζόμενο σε αυτό, στις 8/10/1964 το Ανώτατο Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας έδωσε μια από τις πλέον ιστορικές του αποφάσεις, την Ibrahim Mustafa and others, καθιερώνοντας το λεγόμενο δίκαιο της ανάγκης.
Η Κυπριακή Δημοκρατία, παρά την τουρκική στρατιωτική ισχύ, που αυξήθηκε με την κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου, συνέχισε να συμμετέχει σε όλους τους διεθνείς οργανισμούς και είναι με αυτό το Σύνταγμα που εντάχθηκε στην ΕΕ την 1ην Μάϊου 2004.
* Advocates-Legal Consultants