Στις 24/11/2021 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ψήφισαν την Οδηγία 2167/2021 «για τους διαχειριστές πιστώσεων και τους αγοραστές πιστώσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ», η οποία είναι μια πολύ σημαντική απόπειρα σε επίπεδο ΕΕ να αντιμετωπιστεί το διογκούμενο πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, με όλες τις τραγικές συνέπειες που έχει, τόσο για ανθρώπους που θα χάσουν την πρώτη τους κατοικία και την επαγγελματική τους στέγη, όσο και για το τραπεζικό σύστημα που βρίσκεται στα πρόθυρα μιας νέας κατάρρευσης.

Καταγράφεται στο Προοίμιο της Οδηγίας ότι στόχος είναι:

(1) Η καθιέρωση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αντιμετώπιση του ζητήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) αποτελεί προτεραιότητα για την Ένωση. Παρότι η αντιμετώπιση των ΜΕΔ αποτελεί πρωτίστως ευθύνη των πιστωτικών ιδρυμάτων και των κρατών μελών, υπάρχει επίσης και μια σαφής ενωσιακή διάσταση όσον αφορά τη μείωση των σημερινών αποθεμάτων ΜΕΔ, καθώς και την πρόληψη τυχόν υπερβολικής συσσώρευσης ΜΕΔ στο μέλλον.

(3)… Το σχέδιο δράσης προβλέπει ολοκληρωμένη προσέγγιση, που επικεντρώνεται σε μια σύνθεση συμπληρωματικών δράσεων πολιτικής σε τέσσερις τομείς: i) εποπτεία και ρύθμιση των τραπεζών, ii) μεταρρύθμιση των πλαισίων αναδιάρθρωσης, αφερεγγυότητας και είσπραξης οφειλών, iii) ανάπτυξη δευτερογενών αγορών για επισφαλή περιουσιακά στοιχεία, και iv) ενίσχυση της αναδιάρθρωσης του τραπεζικού συστήματος.

(20) Οι διαχειριστές πιστώσεων και οι αγοραστές πιστώσεων θα πρέπει πάντα να ενεργούν καλή τη πίστει, να επιφυλάσσουν δίκαιη μεταχείριση στους δανειολήπτες και να σέβονται την ιδιωτικότητά τους. Δεν θα πρέπει να παρενοχλούν τους δανειολήπτες, ούτε να τους παρέχουν παραπλανητικές πληροφορίες. Πριν από την πρώτη είσπραξη οφειλών και όποτε ζητείται από τους δανειολήπτες, θα πρέπει να παρέχουν πληροφορίες στους δανειολήπτες, μεταξύ άλλων, σχετικά με τη μεταβίβαση που πραγματοποιήθηκε, την ταυτότητα και τα στοιχεία επικοινωνίας του αγοραστή πιστώσεων και του διαχειριστή πιστώσεων, σε περίπτωση ορισμού του, καθώς και πληροφορίες όσον αφορά τα ποσά που οφείλει ο δανειολήπτης και δήλωση ότι εξακολουθεί να εφαρμόζεται όλη η σχετική ενωσιακή και εθνική νομοθεσία”.

Η Οδηγία αυτή έρχεται να βάλει έστω και τώρα σε κάποια τάξη πρακτικές εκ μέρους των τραπεζών αλλά και των ιδρυμάτων διαχείρισης πιστώσεων, που κάθε άλλο παρά τηρούσαν τα ελάχιστα κριτήρια που ορίζονται περί καλοπιστίας και καλών πρακτικών προς εξεύρεση λύσης.

 

Οι εκποιήσεις πρώτων κατοικιών

Μια τέτοια πρακτική είναι ξεκάθαρα, κατά τη γνώμη μου, αλλά και του ίδιου του Γενικού Ελεγκτή, η πρακτική που ακολουθείται μετά και τη συμφωνία που έγινε μεταξύ της ΚΕΔΙΠΕΣ και της Altamira.

Όπως αποκάλυψε ο Γενικός Ελεγκτής σε Ενημερωτικό του Σημείωμα προς τον Πρόεδρο και τα Μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημόσιων Δαπανών (η Επιτροπή Ελέγχου), στις 11/3/2021, υπό τον τίτλο «Ενδεχόμενες ευθύνες για τη σύναψη της Συμφωνίας με την Altamira», η ΚΕΔΙΠΕΣ πρώην Συνεργατική συνήψε μια αμφιλεγόμενη θα τολμούσα να χαρακτηρίσω συμφωνία με την Altamira ως διαχειρίστρια δανείων, όπου ανάμεσα σε άλλα προβλέπει την παροχή προμήθειας στην Αλταμίρα ύψους 4.5% για κάθε πώληση ακινήτου και μόλις 0.5% για κάθε αναδιάρθρωση, κάτι που ΑΜΕΣΑ σημαίνει ότι η Altamira δεν έχει ουσιαστικά κανένα ή ελάχιστο κίνητρο να προβεί σε αναδιαρθρώσεις αλλά έχει ΙΣΧΥΡΟΤΑΤΟ κίνητρο να προβεί σε πωλήσεις ακινήτων και πλειστηριασμούς, για να πάρει την τεράστια προμήθεια επί της πώλησης/πλειστηριασμού του 4.5%.

Από  τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου κάποιος θα μπορούσε να επιχειρηματολογήσει ότι  δεν φαίνεται να έχουν γίνει πολλές εκποιήσεις πρώτων κατοικιών, αλλά, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, εκποιήσεις που φαίνονται ως πωλήσεις οικοπέδων ή τεμαχίων γης, δυστυχώς περιλαμβάνουν και κατοικίες/κτήρια, που είναι κτισμένες στα εν λόγω ακίνητα. Επίσης, σε πολλές περιπτώσεις οι δανειολήπτες εξαναγκάζονται οι ίδιοι να «πωλήσουν» την κατοικία τους ή να συμφωνήσουν με τα τραπεζικά ιδρύματα ή τις εταιρείες διαχείρισης να δοθεί αυτή έναντι του δανείου, ως εκ τούτου είναι αντιληπτό ότι αυτή η διαδικασία, έστω και αν έχει επί της ουσίας το ίδιο αποτέλεσμα, δεν καταγράφεται ως εκποίηση.

Τέτοιες κακές πρακτικές εκ μέρους τραπεζών έχουν δυστυχώς τύχει αναγνώρισης ακόμη και από τον Υπουργό Οικονομικών, με αφορμή την εξ όσων φάνηκε αποτυχία του σχεδίου Εστία, το οποίο ήταν το πολυδιαφημισμένο σχέδιο της κυβέρνησης που θα προσέφερε ανάσες στους δανειολήπτες, οι οποίοι λόγω και των κακών πρακτικών των τραπεζικών ιδρυμάτων διαχρονικά και της οικονομικής ανέχειας που υπήρξε μετά και την τραπεζική κρίση και το κούρεμα του 2013 και αυτό το οποίο θα προσέφερε ένα δίκτυ ασφαλείας για την προστασία της πρώτης κατοικίας.

Σε ανακοίνωση του που ευρίσκεται ακόμη δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών, διαβάζουμε ότι το σχέδιο ΕΣΤΙΑ θα έχει θετική επίδραση σε ό,τι αφορά την ανθεκτικότητα των κυπριακών τραπεζών: «Το Σχέδιο ΕΣΤΙΑ έχει καταρτιστεί σε συνεργασία με εξειδικευμένους συμβούλους, και σε συνεχή συνεννόηση/διαβούλευση με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, με στόχο: α) την προστασία της πρώτης κατοικίας και β) την άμβλυνση του προβλήματος των μη-εξυπηρετούμενων δανείων που υπάρχουν στο κυπριακό τραπεζικό σύστημα.

Η εφαρμογή του αναμένεται να επηρεάσει θετικά την ανθεκτικότητα των κυπριακών τραπεζών».

Από τους αριθμούς των αιτήσεων που εγκρίθηκαν τελικά για ένταξη στο Σχέδιο Εστία, φάνηκε ότι εκ των πραγμάτων, λόγω κυρίως απροθυμίας των μηχανισμών που έλεγχαν τις αιτήσεις, το Σχέδιο απέτυχε να υλοποιήσει τους στόχους που τέθηκαν από την κυβέρνηση. Να πούμε απλώς ότι τελικά μόνο ένα ποσοστό γύρω στο 18% περίπου έγινε αποδεκτό να ενταχθεί στο Σχέδιο.

Στις 9/2/2022 ο Υπουργός Οικονομικών, αναγνωρίζοντας την αποτυχία του σχεδίου εξ υπαιτιότητας κακών πρακτικών από τράπεζες, δήλωσε ότι σε συνεργασία με το Υπουργείο Εργασίας το ΥΠΟΙΚ έχει εξετάσει όλες τις συμπληρωμένες αιτήσεις και αυτό που διαπιστώθηκε είναι ότι υπάρχει ένας αριθμός αιτήσεων στις οποίες προηγήθηκε αναδιάρθρωση με όρους που αρχικά απαιτούσαν την καταβολή πολύ χαμηλής δόσης, της τάξης κάποιων δεκάδων ευρώ, η οποία δεν κάλυπτε τους τόκους ούτε και την δόση κεφαλαίου και η οποία αυξήθηκε σημαντικά, πολλαπλασιάστηκε όπως είπε, μετά την 30η Σεπτεμβρίου 2017.

«Θέλω να καλέσω τις τράπεζες, και θα συζητήσουμε αυτό το θέμα και με τον Σύνδεσμο Τραπεζών τις επόμενες μέρες, να ασκήσουν και για άλλες περιπτώσεις ομοιόμορφο χειρισμό αυτών που δεν έκαναν αιτήσεις».

Η ευρωπαϊκή οδηγία 2167/2021 είναι σαφέστατη και υποχρεούμαστε να την ενσωματώσουμε και ως εκ τούτου θα πρέπει άμεσα οι θεσμοί να προβούν σε ενέργειες ώστε να παύσουν επιτέλους οι κακές τραπεζικές πρακτικές και να προστατευτούν πρακτικά και ουσιαστικά οι καλόπιστοι δανειολήπτες, που θέλουν να εξεύρουν ουσιαστικές λύσεις για τα δάνεια τους.

* Advocates-Legal Consultants