Η ένταξη ενός κράτους στην ΕΕ καθιστά το ευρωπαϊκό δίκαιο (νομοθεσία) δεσμευτικό για το κράτος-μέλος. Πρόσφατα, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας αποφάνθηκε ότι οι αποφάσεις του Δικαστηρίων της ΕΕ (ΔΕΕ) δεν μπορούν να υπερέχουν ή να συγκρούονται με το Σύνταγμα της χώρας, όπως αυτό ερμηνεύεται από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας. Η απόφαση προκάλεσε ομοβροντία αντιδράσεων από την πλευρά της ΕΕ επειδή η πολωνική απόφαση παραπέμπει σε «έξοδο» από την ΕΕ, παραμένοντας εντός, κάτι που συνιστά βόμβα στην ευρωπαϊκή ενοποίηση μέσω δεσμευτικών κανόνων δικαίου. Εάν η κυβέρνηση της Πολωνίας προχωρήσει σε εφαρμογή της απόφασης, η ΕΕ θα αντιδράσει με όλο το νομικό της οπλοστάσιο π.χ. επιβολή χρηματικής ποινής, αφαίρεση δικαιώματος ψήφου στο Συμβούλιο (απαιτείται ομοφωνία από τα λοιπά κράτη-μέλη), πάγωμα στη χορήγηση κεφαλαίων της ΕΕ συμπεριλαμβανομένου του Μηχανισμού Ανάκαμψης (€36 δισ. για Πολωνία). Η δεσμευτικότητα του δικαίου της ΕΕ είναι ξεκάθαρη και δεν μπορεί να παρεμποδίζεται από κυβερνητική ή νομοθετική κωλυσιεργία, ούτε με αυθαίρετες ερμηνείες Ανώτατων Δικαστηρίων.
Η ευρωπαϊκή νομοθεσία για τις καταχρηστικές ρήτρες/όρους/πρακτικές στις συμβάσεις των τραπεζών με καταναλωτές είναι σε ισχύ στην Κύπρο από το 1997, αλλά ουδέποτε εφαρμόστηκε αποτελεσματικά και με ισονομία. Η κυπριακή Κυβέρνηση αρνούμενη την υποχρέωσή της για αποτελεσματική εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας όπως η ΕΕ τής υπέδειξε αρχικά το 2013 και ξανά το 2019, συνέχισε να συγκαλύπτει για χρόνια το τραπεζικό έγκλημα. Ούτε ευαισθητοποιήθηκε όταν το Ευρωκοινοβούλιο, κατόπιν πρωτοβουλίας μου, υπερψήφισε έκθεση για τις καταχρηστικές ρήτρες και πρακτικές, ειδικότερα των τραπεζών, κατά των καταναλωτών. Η Κύπρος δεν είναι το μοναδικό κράτος αλλά είναι η χείριστη περίπτωση στην ΕΕ.
Η δικαστική εξουσία αποτελεί την ασφαλιστική δικλίδα για ισονομία και προστασία των αδυνάτων, όπως το επιβάλλει η ευρωπαϊκή νομοθεσία, από τις παρανομίες των ισχυρών τραπεζών. Ενώ σε άλλα κράτη-μέλη, τα Δικαστήρια εκδικάζουν βάσει της δεσμευτικής ευρωπαϊκής νομοθεσίας και καθοδηγητικών αποφάσεων του Δικαστηρίου της ΕΕ (ΔΕΕ), τα οποία υπερέχουν οποιασδήποτε εγχώριας νομοθεσίας ή κυβερνητικής κωλυσιεργίας, στην Κύπρο είμαστε στο… μηδέν. Χαρακτηριστικά, η συγκεκριμένη ευρωπαϊκή νομοθεσία είναι ως να μην υπάρχει για την Κύπρο. Δεν έχει καν παραπεμφθεί στο ΔΕΕ ούτε ένα προδικαστικό ερώτημα από Κυπριακό Δικαστήριο που να αφορά καταχρηστικούς όρους των τραπεζών κι όταν παραπονούμενος το ζήτησε από το Δικαστήριο, αυτό απορρίφθηκε! Καθώς οι προδικαστικές παραπομπές από άλλα κράτη μέλη ξεπερνούν τις 600 τον χρόνο κι ενώ είμαστε το χείριστο κράτος στις τραπεζικές παρανομίες στην ΕΕ, δεκαεφτά χρόνια από την ένταξή μας είναι ως να είμαστε εκτός ΕΕ.
Η δρ Ρέα Οικονομίδου-Αποστολίδου, πρώην ανώτατο στέλεχος στο ΔΕΕ, επισημαίνει: «Είναι αμφίβολο αν το δίκαιο της ΕΕ ενσωματώνεται όπως προβλέπεται και όπως επιβάλλεται στο κυπριακό δίκαιο». Για όσους γνωρίζουν την πραγματικότητα, δεν υπάρχει αμφιβολία, αλλά ελάχιστοι μιλούν δημόσια.
*Ευρωβουλευτής ΔΗΚΟ (S&D), πρόεδρος Πολιτικής Επιτροπής για τη Μεσόγειο