Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μια νόσος που χαρακτηρίζεται από αύξηση του σακχάρου (γλυκόζης) στο αίμα, που κατά κύριο λόγο οφείλεται στην ελλιπή παραγωγή ινσουλίνης. Η ινσουλίνη είναι μια ορμόνη που εκκρίνεται από το πάγκρεας. Ο ρόλος της είναι να βοηθάει το σάκχαρο του αίματος να εισέρχεται στα κύτταρα έτσι ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τα κύτταρα για παραγωγή ενέργειας.

Υπάρχουν δύο τύποι διαβήτη. Ο τύπου 1, όπου εμφανίζεται συνήθως σε νεαρά άτομα και εμφανίζεται λόγω καταστροφής των β-κυττάρων του παγκρέατος τα οποία παράγουν την ινσουλίνη. Ως αποτέλεσμα ο ασθενής αναγκάζεται να χορηγείται ενέσεις ινσουλίνης. 

Ο τύπου 2 αφορά κυρίως ασθενείς μεγαλύτερης ηλικίας, συνήθως με παχυσαρκία και υπάρχει κληρονομική προδιάθεση. Για θεραπεία χρειάζεται απώλεια βάρους και φαρμακευτική θεραπεία.

Τα κυριότερα συμπτώματα που εμφανίζονται σε προχωρημένα στάδια διαβήτη είναι τα λεγόμενα «3 π»:

Πολυουρία (μεγαλύτερη παραγωγή ούρων).

Πολυδιψία (αύξηση του αισθήματος της δίψας και της κατανάλωσης νερού).

Πολυφαγία (ακούσια απώλεια βάρους παρά την αυξημένη όρεξη).

Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μια χρόνια εξελικτική νόσος που δεν θεραπεύεται ποτέ πλήρως με τα σημερινά μέσα αλλά μπορεί να αντιμετωπιστεί πολύ καλά με σκοπό την αποφυγή των επιπλοκών της νόσου. Η καλή ρύθμιση της γλυκόζης στο αίμα έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τον κίνδυνο των επιπλοκών του διαβήτη. Η παρακολούθηση στηρίζεται στη μέτρηση του σακχάρου στο αίμα, που μπορεί να γίνει είτε σε μικροβιολογικό εργαστήριο μετά από λήψη αίματος. Ο στόχος γενικά είναι το σάκχαρο πριν το φαγητό να είναι όσο το δυνατόν πιο κοντά στο φυσιολογικό (δηλαδή <100 mg/dl) και μεταγευματικά <140 mg/dl δύο ώρες μετά το γεύμα. Η μέτρηση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c), είναι μια εξέταση αίματος που δίνει μια εικόνα του μέσου όρου όλων των σακχάρων του αίματος κατά τους προηγούμενους 2-3 μήνες. Ο στόχος στο διαβήτη είναι η επίτευξη γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης <7%.

Περιοδοντίτιδα είναι μια φλεγμονώδης νόσος των μαλακών και σκληρών ιστών που περιβάλλουν και στηρίζουν τα δόντια. Η φλεγμονή εκτείνεται σε βάθος στους ιστούς και σταδιακά παρατηρείται αποκόλληση των ούλων από τα δόντια και καταστροφή του οστού που στηρίζει τις ρίζες των δοντιών. Η περιοδοντίτιδα ανάλογα με την απώλεια πρόσφυσης διακρίνεται σε αρχόμενη, μέση ή προχωρημένη και ανάλογα με την έκταση της σε εντοπισμένη ή γενικευμένη. Τα συμπτώματα της περιοδοντίτιδας δυστυχώς  δεν είναι έκδηλα στα πρώτα στάδια της νόσου με αποτέλεσμα ο ασθενής να αντιλαμβάνεται συνήθως τη νόσο σε αρκετά προχωρημένο στάδιο. 

Αρχικά συμπτώματα αποτελούν συχνά η ουλορραγία (αιμορραγία των ούλων) και η κακοσμία του στόματος. Σε πιο προχωρημένο στάδιο μπορεί να υπάρξει κινητικότητα δοντιών, αποκόλληση των ούλων από τα δόντια και μετανάστευση (μετακίνηση) δοντιών. Η διάγνωση πρέπει να γίνεται από τον γενικό οδοντίατρο σε πρώιμο στάδιο. Ασθενείς με μέση ή προχωρημένη περιοδοντίτιδα θα χρειαστεί να παραπεμφθούν σε ειδικό περιοδοντολόγο για τη θεραπεία της νόσου. Αν δεν υπάρξει ειδική θεραπεία, τα δόντια παρουσιάζουν έντονη κινητικότητα και τελικά χάνονται.

Ενδεικτικό είναι ότι η περιοδοντίτιδα θεωρείται η πιο συνηθισμένη αιτία απώλειας δοντιών στους ενήλικες, ενώ η συχνότητα εμφάνισης της είναι πολύ υψηλή σε ηλικίες άνω των 45 ετών. Η τελευταία επιδημιολογική έρευνα από το Centers for Disease Control and Prevention (CDC) που έγινε το 2009-2010 δείχνει ότι το 47,2% των ενήλικων Αμερικανών παρουσιάζουν κάποιου είδους περιοδοντική νόσο. Αυτό αναλογεί σε 64,7 εκατομμύρια ενήλικες . Σε ηλικίες 65 και άνω, το ποσοστό φθάνει τα 70,1%.

Η σχέση του διαβήτη με την περιοδοντίτιδα είναι αμφίδρομη. Δηλαδή οι ασθενείς με περιοδοντίτιδα εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης προδιαβήτη ή διαβήτη τύπου 2, ενώ τα άτομα που πάσχουν ταυτόχρονα από περιοδοντίτιδα και διαβήτη έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να παρουσιάσουν σοβαρές επιπλοκές σε σύγκριση με αυτούς που πάσχουν μόνο από διαβήτη.

Μια τεράστια έρευνα που έγινε με παρακολούθηση άνω των 20 ετών με πάνω από 2.000 άτομα στους ιθαγενείς Πίμα στην Αριζόνα βρήκε ότι οι ασθενείς με τύπου 2 διαβήτη είχαν 2-3 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο για εμφάνιση περιοδοντίτιδας. 

Διαχρονικές έρευνες, επίσης, δείχνουν ότι περιοδοντικοί ασθενείς είχαν χειρότερο γλυκαιμικό έλεγχο σε διαβήτη τύπου 2, καθώς και περισσότερες καρδιαγγειακές επιπλοκές και πρωτεινουρία σε τύπου 1 διαβητικούς. 

Μελέτες παρέμβασης, δηλαδή μετά τη θεραπεία περιοδοντίτιδας, δείχνουν ότι ως μέσω όρο υπάρχει μια μείωση του 0,4 % της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c).

Θα ήταν καλό οι διαβητικοί ασθενείς να ζητήσουν από τον γενικό οδοντίατρο τους ή περιοδοντολόγο να κάνουν περιοδοντολογικό έλεγχο. Η καλή υγεία του στόματος δεν εξασφαλίζει μόνο ένα όμορφο και υγιές χαμόγελο, αλλά στην περίπτωση διαβητικών ασθενών είναι απαραίτητο και στην γενικότερη υγεία του. Παράλληλα, οι περιοδοντικοί ασθενείς πρέπει να ελέγχουν τη μέτρηση του σακχάρου στο αίμα και αν έχουν διαβήτη να γίνεται ρύθμιση του σακχαρώδους διαβήτη με διατροφή ή φαρμακευτική αγωγή.

* B.D.S, M.S, περιοδοντολόγος και χειρουργός εμφυτευμάτων