Αχίλλειος πτέρνα των εκάστοτε ηγεσιών της Κύπρου ήταν η άγνοια της πολιτικής ιστορίας και των συγκυριών, που μέσα στα χαώδη διάκενά τους έπεφτε το εθνικό μας πρόβλημα, με συνέπειες τις περιπέτειες και τις χαμένες αναζητήσεις στη διεθνή διπλωματία. Η επετειακή μνήμη μας οπισθοδρομεί ερευνητικά στις παραμονές της εξέγερσης των Οκτωβριανών του 1931. Η ψυχή του λαού μας ήταν πυρπολημένη από το εθνικό ιδεώδες της Ένωσης με την Ελλάδα αλλά η θρυαλλίδα που άναψε τη φωτιά δε ήταν απαλλαγμένη από την οργή των αδικιών της αγγλοκρατίας, όπως οι ασήκωτες φορολογίες και η σκληρή αποικιοκρατική πολιτική των μεσαιωνικών νοοτροπιών.
Οι τότε ηγέτες, ο Αρχιεπίσκοπος Κύριλλος ο Β΄ και οι βουλευτές του Νομοθετικού Σώματος, ( Σταυρινάκης, Τριανταφυλλίδης, Σιακαλλής, Ρωσσίδης, Αραδιπιώτης, Λανίτης, Γαλατόπουλος, Κυριακίδης, Νικολαϊδης, με επί κεφαλής τον θερμόαιμο επίσκοπο Κιτίου Νικόδημο Μυλωνά και τον επαναστάτη δεσπότη Κερύνειας Μακάριο Β΄, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο του Ενωτικού Δημοψηφίσματος, άναψαν τη σημαία του ξεσηκωμού, χωρίς να υπολογίσουν τις διεθνείς συγκυρίες, που εν προκειμένω επηρεάζονταν από τη δύναμη των κανονιοφόρων του βρετανικού ναυτικού. Και, βέβαια, δεν υπολόγισαν τον Άγγλο πρωθυπουργό Πάσφιλντ, με την ανθελληνική- ανθενωτική πολιτική της αυτοκρατορίας του. Ούτε έλαβαν υπ όψη την κουστωδία των απεσταλμένων στο νησί, τον Μάλκομ Στήβενσον, που είχε ήδη εφαρμόσει την αφελληνιστική τακτική του και τους υπαλλήλους του Φόρρεϊν Όφφις, τον Στορς, τον Πάλμερ, τον Σταμς, με συνεπικουρία τους «Τάϊμς», με το εμπρηστικό άρθρο ότι οι Κύπριοι δεν ήταν…¨Ελληνες ( άρθρο 1ης Αυγούστου 1928). Μέσα στην ενθουσιώδη ατμόσφαιρα του συλλαλητηρίου, στο Σταυροδρόμι της Λάρνακας που οργάνωσε ο Ρωσίδης και έσπευσε να ποδηγετήσει ο οικείος Μητροπολίτης, η Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση Κύπρου με την υπόδειξη του Προξένου της Ελλάδος Αλέξη Κύρου, κυκλοφόρησε την επαναστατική προκήρυξη, διαλαλώντας ότι τα μέλη της «τάσσουν ως σκοπόν την μετά φανατισμού επιδίωξιν της μετά του Ελληνικού πολιτειακού συνόλου Ενώσεως της Κύπρου». Η προκήρυξη έγινε το έναυσμα του ξεσηκωμού στη Λευκωσία και την πορεία των δέκα χιλιάδων Λευκωσιατών στον λόφο όπου πυρπόλησαν το κυβερνείο. (Στην εξέγερση σκοτώθηκαν 18 διαδηλωτές σ’ ολο το νησί, εξορίστηκαν 10, συνελήφθησαν 2.952,καταδικάστηκαν 2.679 και επεβλήθηκαν μέτρα δικτατορικά…
Ήταν μια αυθόρμητη εκδήλωση «εν βρασμώ ψυχής» που προκάλεσε την αντίδραση του Ελευθερίου Βενιζέλου που επέκρινε την αντιπροσωπεία των Κυπρίων που τον επεσκεύθη. Ο Πρωθυπουργός εξοργισμένος τους φώναξε: «Η Αγγλία είναι οχιά. Αν θα την κτυπήσεις κτύπησέ την στο κεφάλι, αλλιώς θα σε φάει». Σοφός από τις εμπειρίες της Μικρασιατικής Καταστροφής και όσων ακολούθησαν, γνώστης των συνεπειών από την ελληνική πολιτική προχειρότητα και έχοντας κατά νουν τη διαβεβαίωση του Λόϋντ Τζωρτζ, ήξερε να σκέπτεται και να βαδίζει σωστά. Πίστευε πως ο πόθος της κυπριακής ελευθερίας θα πραγματοποιόταν με την κατάλληλη διπλωματική προετοιμασία και την υπομονή…
Ατυχώς η σοφία του Βενιζέλου δεν επηρέασε τους πολιτικούς της Κύπρου. Και ναι μεν ορθώς μπήκαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με την πεποίθηση ότι η Βρετανία θα απέδιδε την Κύπρο στην Ελλάδα, όπως η αγγλική διπλωματία επιχειρούσε να πείσει, αλλά με τη λήξη της φοβερής εκείνης αιματοχυσίας, η βρετανική πολιτική δεν σημείωσε οποιαδήποτε αλλαγή. Και το 1954 με τον Χόπκινσον επιβεβαίωσε την εμμονή της στην αποικιοκρατία, δηλώνοντας ότι ουδέποτε θα απελευθερωνόταν η Κύπρος από τον αγγλικό ζυγό. Και οι μεν Κύπριοι αντέδρασαν με εκδηλώσεις απελευθέρωσης, αλλά δεν κλόνισαν την πολιτική του Λονδίνου που αρνήθηκε και το αποτέλεσμα του Ενωτικού Δημοψηφίσματος του Ιανουαρίου 1950. Και η αγγλική εμμονή ώθησε την τότε ηγεσία στην αναζήτηση έντονων διεκδικήσεων, μόνο που η εθνική απαίτηση προσέκρουε σε γεγονότα που εκ των πραγμάτων απέκλειαν την προώθηση των ελληνικών προσδοκιών. Διότι η Ελλάδα μόλις εξήλθε από τις μεταπολεμικές δυστυχίες και από τις θανατικές επιπτώσεις του εμφυλίου σπαραγμού που η Αγγλία προκάλεσε. Ο Τσιόρτσιλ, που βρισκόταν τότε στην Αθήνα και διέμενε στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» δεν ήταν άσχετος με τις αιματηρές συμπλοκές της Πλατείας Συντάγματος, του Δεκεμβρίου 1944, ανάβοντας την θρυαλλίδα της εμφύλιας διαμάχης που στοίχησε στην Ελλάδα χιλιάδες νεκρούς και άπειρες οικονομικές και κοινωνικές καταστροφές. Δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια της η χώρα, εξ’ ου και η απάντηση Γεωργίου Παπανδρέου ότι «η Ελλάδα αναπνέει με τον ένα πνεύμονα λόγω αγγλικής βοήθειας και με τον άλλο λόγω αμερικανικής». Στο μεταξύ ο μεγάλος πατριώτης Νικόλαος Πλαστήρας ήταν ασθενής από ημιπληγία και στην πρωθυπουργία τον αντικαθιστούσε ο Σοφοκλής Βενιζέλος, πολιτικός βρετανικής επιρροής. Οι παράγοντες, κατά λογική συνέπεια δεν κρίνονταν ευνοϊκοί για τον ενωτικό αγώνα που απεφάσισαν οι εκκλησιαστικοί ηγέτες και οι εν Αθήναις Κύπριοι πολιτευτές, οπότε μηδενίζονταν οι ελπίδες περί ελληνικής παροχής βοηθείας στη θέληση του ακραίου Ελληνισμού.
Σ’ αυτό το πλέγμα ήταν υποχρεωμένη να κινηθεί η αντίσταση στην άρνηση της Βρετανίας. Και εδώ εγείρεται η ιστορική ανάγκη διαμόρφωσης πολιτικής που επέβαλλαν οι συνθήκες, οι οποίες όμως δεν επηρέασαν την απόφαση έντασης του αγώνα που προσδοκούσε ο λαός με τον πόθο του αγώνα. Οι ηγούμενοι των καταστάσεων, παρορμώμενοι από τις ανύπαρκτες δυνατότητες των πόθων και όχι των γεγονότων, χάραξαν πολιτική «αχίλλειας πτέρνας», παρακάμπτοντας τη λογική που επέβαλλε η ιστορική πραγματικότητα σε ώρες που επιβάλλονταν άλλες αντιμετωπίσεις των συνθηκών. Και εδώ, επανελήφθη το ιστορικώς περίεργο του Μαραθώνα το 480 π.Χ., της Σαλαμίνας, του 1821, του 1940. Οι λίγοι και οπλικά αδύναμοι Κύπριοι της ΕΟΚΑ επιβλήθηκαν στην βρετανική αποικιοκρατία. Η νίκη τους ήταν εκπληκτική και διεθνώς αναγνωριζομένη. Νίκησε η ψυχή στις κρεμάλες, στα Κρατητήρια, στο Αντάρτικο, στις Φυλακές αλλά ηττήθηκε η πολιτική. Ήταν η πολιτική που περιέργως ακολουθήθηκε το 1959, με συνέπεια την δραματική ακολουθία των παθών που γεννούσε η ακατανόητη εξάρτηση από το Λονδίνο.