H απόφαση του ΤΕΠΑΚ να διεξαχθούν διά ζώσης μαθήματα με φοιτητές που διαθέτουν ανοσία στον κορωνοϊό (φυσική ή εμβολιαστική) και διαδικτυακά μαθήματα για όλους τους άλλους επικρίθηκε από τις φοιτητικές παρατάξεις με το επιχείρημα ότι «δημιουργεί ανισότητα και διάκριση μεταξύ των φοιτητών». Πρόκειται για μια επίκριση που συναντούμε ευρύτερα στον δημόσιο λόγο, οποτεδήποτε γίνεται αυτός ο διαχωρισμός. 

Είναι ηθικά επιτρεπτή μια τέτοια διάκριση, σε συνθήκες πανδημίας; Ας ξεκινήσουμε με δύο παραδείγματα. 

Είναι θεμιτό για ένα πανεπιστήμιο να διακρίνει τους φοιτητές του με βάση τις βαθμολογικές τους επιδόσεις, βραβεύοντας τους άριστους; Ναι είναι, διότι η αριστεία (και συνεπώς η βράβευσή της) είναι εγγενές στοιχείο της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Όταν διακρίνουμε τους «άριστους» από τους υπόλοιπους, θέλουμε να υπογραμμίσουμε τη σημασία του μόχθου και του φυσικού ταλέντου, σε συνθήκες ισοτιμίας, στην εκπαιδευτική επίδοση, καθότι τα στοιχεία αυτά συνυφαίνονται με την εκπαιδευτική διαδικασία. Η διάκριση αυτή υπηρετεί τη μάθηση, η οποία είναι ενδογενές αγαθό της εκπαίδευσης. Επιπλέον, η διάκριση δεν έχει πάγιο χαρακτήρα, εφόσον, κατ’ αρχήν, όλοι έχουν τη δυνατότητα να αριστεύσουν.   

Θα ήταν θεμιτό ένα πανεπιστήμιο να διακρίνει εκπαιδευτικά τους φοιτητές του με βάση το οικογενειακό εισόδημα ή τη φυλή; Όχι. Γιατί; Διότι τέτοιου είδους διακρίσεις είναι εξωγενείς ως προς την εκπαιδευτική διαδικασία: θεμελιώνονται σε άλογα κριτήρια που ουδεμία σχέση έχουν με τη μάθηση –την απόκτηση νέων γνώσεων και την καλλιέργεια του νου. Επιπλέον οι διακρίσεις αυτές έχουν πάγια χαρακτηριστικά, ανεξάρτητα από προσωπικές επιλογές των ατόμων. 

Δεν είναι, συνεπώς, όλες οι διακρίσεις καταδικαστέες. Θετικές διακρίσεις που υπηρετούν το ενδογενές αγαθό μιας κοινότητας (π.χ. μάθηση, δικαιοσύνη), σε συνθήκες ισοτιμίας και άσκησης προσωπικής επιλογής, είναι ηθικά επιτρεπτές. Αρνητικές διακρίσεις, που δεν το υπηρετούν, δεν είναι.   

Τα παραπάνω παραδείγματα εμπεριέχουν τρεις άρρητες παραδοχές. Πρώτο, στο δημοκρατικό αξιακό σύστημα, όλοι οι άνθρωποι πρέπει να έχουν ίσες ευκαιρίες μετοχής στην εκπαιδευτική διαδικασία. Δεύτερον, η διδασκαλία διεξάγεται διά ζώσης (με φυσική παρουσία). Τρίτον, οι συμμετέχοντες είναι όντως σε θέση να συμμετάσχουν σωματικώς στη διά ζώσης διδασκαλία -είναι υγιείς. Την παραδοχή αυτή ανατρέπει η πανδημία. Αν είμαι μολυσμένος με τον κορωνοϊό, αφενός η μετοχή μου στην κοινή εκπαιδευτική διαδικασία καθίσταται προβληματική, αφετέρου δύναται να επηρεάσει αρνητικά τη δική σου. Το στοιχείο της ισότιμης συμμετοχής υπονομεύεται, εφόσον κάποια άτομα μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά την υγεία κάποιων άλλων. 

Αυτό που διαφοροποιεί την πανδημία από άλλα προβλήματα υγείας είναι ο διαδραστικός της χαρακτήρας. Η ενσώματη μετοχή στην κοινή εκπαιδευτική διαδικασία –δηλαδή, η επι-κοινωνία και συν-εργασία στην τάξη- καθιστά το κάθε άτομο αμφίδρομο αγωγό, όχι μόνο ιδεών, αλλά και ιών. Σε συνθήκες εμπεδωμένης δημόσιας υγείας, την υγειονομική αγωγιμότητα την προσπερνάμε, δεν της δίνουμε σημασία. Όταν, όμως, η δημόσια υγεία διαταράσσεται σοβαρά, όπως τώρα, η σωματική διαδραστικότητα, άρα και η υγειονομική αγωγιμότητα έρχονται στην επιφάνεια. 

Όταν, λοιπόν, η διαδραστικότητα της τάξης καθιστά προβληματική την, με υγειονομικούς όρους, ισότιμη μετοχή στην εκπαιδευτική διαδικασία σε συνθήκες πανδημίας, είναι ηθικώς επιβεβλημένο να αναζητήσουμε τρόπους διαχείρισής της. Ο υγειονομικά ασφαλέστερος τρόπος είναι η διάκριση μεταξύ εμβολιασμένων και μη. Αυτή η διάκριση είναι επιστημονικώς τεκμηριωμένη διότι οι εμβολιασμένοι έχουν πολύ μικρότερη πιθανότητα μετάδοσης του ιού από τους ανεμβολίαστους. Συνεπώς, σε μια τάξη εμβολιασμένων, μεγεθύνεται η πιθανότητα της ισότιμης πρόσβασης στην εκπαιδευτική διαδικασία, εφόσον μειώνονται οι πιθανότητες αρνητικής υγειονομικής αλληλεπίδρασης. 

Ναι, αλλά τι γίνεται με τους ανεμβολίαστους; Θα αποκλεισθούν; Όχι, βέβαια. Εφόσον πιστεύουμε στην ισότητα ευκαιριών, θα αναζητήσουμε τους καλύτερους δυνατούς τρόπους πρόσβασης των ανεμβολίαστων στην εκπαιδευτική διαδικασία, όπως, αντιστοίχως, αναζητούμε τρόπους πρόσβασης των ατόμων με ειδικές ανάγκες στη διά ζώσης εκπαίδευση, επωμιζόμενοι συλλογικά το σχετικό κόστος.  Ευτυχώς υπάρχουν τέτοιοι τρόποι, σήμερα. Η τηλεκπαίδευση παρέχει τη δυνατότητα συμπερίληψης των ανεμβολίαστων, ιδιαίτερα αν γίνουν οι κατάλληλες επενδύσεις σε συναφή τεχνολογία. 

Ο διαχωρισμός σε δύο κατηγορίες (εμβολιασμένοι-ανεμβολίαστοι) δεν είναι ηθικά αξιολογικός, αλλά διαχειριστικός-λειτουργικός (όπως λ.χ. αυτός της ανάθεσης ομάδων φοιτητών σε ακαδημαϊκούς συμβούλους σε αλφαβητική βάση), και υπηρετεί έναν αγαθό συλλογικό σκοπό (τη μάθηση, σε συνθήκες ισοτιμίας). Επιπλέον, η διάκριση δεν είναι μόνιμη. Αν κάποιος/α αποδείξει ότι είναι υγιής μπορεί να συμμετάσχει στη διά ζώσης διδασκαλία.    

Με άλλα λόγια, η ισότιμη πρόσβαση των φοιτητών και φοιτητριών στην εκπαιδευτική διαδικασία είναι αυτονόητη. Αυτό που δεν είναι αυτονόητο είναι ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται η πρόσβαση αυτή. Στο μέτρο που η ισότιμη συμμετοχή εξαρτάται από κοινά παραδεκτές υγειονομικές παραμέτρους, θα διαφοροποιηθεί αντιστοίχως ο τρόπος της συμμετοχής (διά ζώσης ή εξ αποστάσεως). 

Σε όλα τα πεδία της ζωής, και στην εκπαίδευση, κάνουμε διακρίσεις. Χωρίς διακρίσεις δεν μπορούμε να διακρίνουμε το μείζον από το έλασσον, το σημαντικό από το ασήμαντο, το συναφές από το άσχετο -άρα δεν μπορούμε να σκεφτούμε. Καμία συλλογική δραστηριότητα δεν μπορεί να ευδοκιμήσει χωρίς διακρίσεις ανθρωπίνων ικανοτήτων, ποιοτήτων και χαρισμάτων. 

Το επίμαχο θέμα είναι διαφορετικό: τι είδους διακρίσεις κάνουμε; Θετικές διακρίσεις που έλλογα υπηρετούν αγαθούς συλλογικούς σκοπούς ή αρνητικές διακρίσεις που αποκλείουν με βάση άλογες προκαταλήψεις; 

Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ο εμπνευσμένος ηγέτης του κινήματος κατά των φυλετικών διακρίσεων στις ΗΠΑ, τη δεκαετία του 1960, δεν ήταν κατά των διακρίσεων μεταξύ των ανθρώπων γενικώς, αλλά κατά των ηθικώς ανεπίτρεπτων διακρίσεων. Στην περίφημη ομιλία του στην Ουάσινγκτον, τον Αύγουστο 1963, είπε: «Έχω ένα όνειρο ότι τα τέσσερα μικρά μου παιδιά θα ζουν μια μέρα σε ένα έθνος όπου δεν θα κρίνονται από το χρώμα του δέρματός τους αλλά από το περιεχόμενο του χαρακτήρα τους». Τέτοιες λεπτές διακρίσεις μεταξύ εννοιών μάς επιτρέπουν να αποδεχθούμε ηθικά θεμιτές διακρίσεις μεταξύ ανθρώπων.  

* Kαθηγητής στην Έδρα Columbia Ship Management και κοσμήτορας της Σχολής Μεταπτυχιακών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Κύπρου (www.htsoukas.com)