Όσοι γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα κι όσοι κυκλοφορούν στην καλλιτεχνική πιάτσα δεν έπεσαν κι από τα σύννεφα με όσα βγήκαν εσχάτως στη φόρα αναφορικά με τη Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου.
Δυστυχώς, τα βαρίδια σοβαρότατων παθογενειών είχαν αρχίσει να ζώνουν το κρατικό συμφωνικό σύνολο εδώ και περισσότερο από μια δεκαετία, με τις ρίζες τους να χρονολογούνται στην προ της ίδρυσης του Ιδρύματος Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου εποχή.
Και για ένα μεγάλο διάστημα η ΣΟΚ είχε μάθει να ζει μ’ αυτά- ακόμη και να προοδεύει μ’ αυτά. Η πρόοδος αυτή, βέβαια, δεν ήταν αντίστοιχη ούτε της επένδυσης του κράτους και της κοινωνίας ούτε των έμψυχων και υλικών μέσων και δυνατοτήτων που είχε στη διάθεσή της. Το κλασικό μοτίβο αυτής της προόδου ήταν ένα βήμα μπροστά κι ένα πίσω.
Οι σοβαρές καταγγελίες, με τη βούλα και της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, για διασπάθιση δημόσιου χρήματος, για αυθαιρεσίες, για παρατυπίες, για αδιαφανείς διαδικασίες, για αναξιοκρατικές πρακτικές, είναι μαχαιριά στην καρδιά όσων αγαπούν τη μουσική κι όσων διατηρούν μεγάλες προσδοκίες για την ουσιαστική ανάπτυξη της πολιτιστικής δραστηριότητας στην Κύπρο. Αν όμως όντως βρισκόμαστε στο στάδιο όπου το απόστημα επιτέλους έσπασε, τότε αυτή η οδυνηρή φάση ίσως να είναι μια ευλογία και πρέπει να εστιάσουμε σ’ έναν ριζικό και οριστικό καθαρισμό της πληγής. Μέσα από αυτή τη διαδικασία το νυν Διοικητικό Συμβούλιο καλά θα κάνει ν΄αναγνωρίσει κι αυτό τις δικές του σοβαρότατες ευθύνες για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί. Και να τις αναλάβει.
Το ερώτημα για τον ντόρο που έχει προκύψει δεν είναι «γιατί τώρα», όπως επιτηδείως επιχειρούν κάποιοι να το θέσουν, αλλά «γιατί άργησε». Και απάντηση σ’ αυτό οφείλει ακόμη και η Ελεγκτική Υπηρεσία. Γιατί όχι, ακόμη κι εμείς οι δημοσιογράφοι, που εδώ και χρόνια ακούγαμε τον σαματά αλλά επιμέναμε ν’ αφήνουμε στο απυρόβλητο τον σημαντικότερο και πιο νευραλγικό οργανισμό του κράτους σε σχέση με την ανάπτυξη της μουσικής. Και οπωσδήποτε δεν εξαιρώ τον εαυτό μου.
Ποτέ δεν είδαμε τη ΣΟΚ σαν το μουσικό αντίστοιχο του ΘΟΚ ο οποίος για δεκαετίες μπορεί να απολάμβανε την προβολή και το ενδιαφέρον όμως το ίδιο εύκολα δεχόταν τα πυρά για σοβαρές αστοχίες και ολισθήματα, αλλά και για ψύλλου πήδημα. Η συμβολή του ωστόσο αποτυπώνεται στη γενικότερη ανάπτυξη του θεάτρου στην Κύπρο που είναι αδιαμφισβήτητη και χαλυβδώθηκε μέσα σε συνθήκες συναγωνιστικές.
Αντίθετα, η ΣΟΚ όχι μόνο πορεύτηκε μακριά από τα φώτα τις δημοσιότητας σε σχέση με το διαχειριστικό της πλαίσιο, αλλά βολεύτηκε κιόλας. Μου είχε κάνει εντύπωση πρόσφατα ότι στο νομοσχέδιο για την ίδρυση του Υφυπουργείου Πολιτισμού δεν υπήρχε η παραμικρή αναφορά στο ΙΣΟΚ, βασικότατο πυλώνα και εταίρο της πολιτικής δραστηριότητας στην Κύπρο. Σαν να μην υπάρχει. Κι αυτό ίσως εδράζεται στη γενικότερη αίσθηση ότι έχει μάθει και προτιμά να κολυμπάει στα θολά νερά, να κινείται μεταξύ των υποσημειώσεων.
Τα συνεχή αυτογκόλ και οι ίντριγκες, το γεγονός ότι με τα χρόνια εξελίχθηκε σε θέατρο επιχειρήσεων για αρχομανείς δημοσιοσχετίστες και συμπλεγματικούς μετριοκράτες, αλλά και πεδίο κομματικών δοσοληψιών (για να μη χρησιμοποιήσω άλλη λέξη), είναι εν μέρει παρελκόμενα αυτής της πραγματικότητας. Έχω την αίσθηση ότι το κρατικό συμφωνικό σύνολο συμβιβάστηκε από νωρίς με την ιδέα ότι δεν μπορεί να ανταγωνιστεί ανάλογα σχήματα του εξωτερικού και αντί να κυνηγά στόχους που θεωρούσε άπιαστους επεκτείνοντας τα όρια του, αναλώθηκε στον έλεγχο του όποιου εσωτερικού ανταγωνισμού αλλά και του αισθητικού κριτηρίου του κοινού. Διεκδίκησε λυσσαλέα το μονοπώλιο.
Αν αυτές οι παρατηρήσεις φαίνονται κάπως ασυγκατάβατες, αυτό συμβαίνει επειδή ίσως έφτασε ο καιρός να αντιμετωπίσουμε τη Συμφωνική Ορχήστρα και τους διαχειριστές της με την αυστηρότητα που αξίζει σ΄ένα οργανισμό από τον οποίο έχουμε μεγάλες προσδοκίες. Δεν τίθεται ζήτημα για το πόσο έχει εξελιχθεί η ορχήστρα από το 1987 όταν και ιδρύθηκε ως Κρατική Ορχήστρα Δωματίου. Ούτε αμφισβητείται ότι τα σύνολά της πρόσφεραν αμέτρητες στιγμές μουσικής συγκίνησης.
Κατά διαστήματα δείχνει να γεμίζει την καρδάρα πριν την ξαναχύσει, χάνοντας έδαφος στην αναπτυξιακή της πορεία. Ουδείς λ.χ. απάντησε πειστικά στο ερώτημα γιατί αποφασίστηκε αλλαγή μοντέλου και επιλέγηκε ένας καλλιτεχνικός διευθυντής με αποκλειστικά διευθυντικές αρμοδιότητες, γκρεμίζοντας όσα είχαν χτιστεί με τον προηγούμενο που ήταν και μαέστρος. Γιατί εν τέλει αρέσκεται διαχρονικά να σαμποτάρει μόνη της όσα δημιουργούν προϋποθέσεις καλλιτεχνικής συνέπειας και δημιουργίας ύφους και ταυτότητας.
Το ζητούμενο για την ορχήστρα είναι να βρει τον βηματισμό και το όραμά της και να διευρύνει τον κοινωνικό της ρόλο και την παρουσία της στην πνευματική μας ζωή. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι κάποιος που έχει σώας τας φρένας μπορεί να θέλει το κακό της. Το κράτος πρέπει να προστατέψει την επένδυσή του και να λύσει τον γρίφο της διοικητικής και καλλιτεχνικής της ανασυγκρότησης.
Το υπό ίδρυση Υφυπουργείο Πολιτισμού πρέπει να βάλει ψηλά στις προτεραιότητές του τη διαχείριση αυτής της μεγάλης πρόκλησης και να μην αρκεστεί σε μια απλή «εποπτεία». Είναι ζωτικής σημασίας η λειτουργία της ορχήστρας, σε όλες της τις πτυχές. Πυξίδα της νέας στρατηγικής να γίνει η βελτιστοποίηση των δομών όπου θα μπορούν να ευδοκιμήσουν τα πιο σημαντικά κύτταρα πολιτισμού. Δεν νοείται αλλιώς αναδιάρθρωση της πολιτικής για τον τομέα.
Φιλελεύθερα, 11.4.21