Κάθε φορά που περνώ από εκεί μαραζώνω. Βλέπω τις σιδερένιες πόρτες κλειστές, το πέρασμα κλειστό, τον γύρω χώρο – παρόλη τη μοναδική αναλαμπή της Ξαναγέννησης – μίζερο, ν’ αποπνέει απελπισία…

Αυτή τη βδομάδα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας «επισκέφθηκε» την πρωτεύουσα και μίλησε για τα κοσμήματά της. Αχ κι ‘αν είχαμε εκλογές δυο φορές το χρόνο! Ένα από τα κοσμήματα που έπρεπε να επισκεφθεί ο Πρόεδρος και η συναπαρτζιά του, αν χαμπάριαζαν περί κοσμημάτων, είναι η Πύλη Αμμοχώστου που από τον Δεκέμβρη του 18 είναι κλειστή. Από τότε οι υπηρεσίες του Τμήματος Αρχαιοτήτων χολιάζουν τον πωρόλιθο. Δεν ξέρω πόσες πέτρες χολιάζουν κάθε μέρα, ούτε μας άφησε ο Σαβορνιάν ένα σημείωμα που μας λέει πόσες πέτρες χρησιμοποίησε για να φτιάξει τούτο το αριστούργημα για να μπορώ να υπολογίσω και να σας πω πότε θα τελειώσει το χόλιασμα! 

Η Πύλη Αμμοχώστου είναι αναπόσπαστο μέρος των τειχών της πρωτεύουσας, τούτου του ταλαιπωρημένου συνόλου που επιμένει πεισματικά ν’ αγκαλιάζει τα εσώψυχα ημών και υμών. Η Πύλη από πολεμικό μνημείο έγινε Πολιτιστικό Κέντρο το 1981, όχι με κρατικές επιχορηγήσεις, αλλά με λεφτά των Χωραϊτών. Δε θα ξεχάσω ποτέ την τελετή παράδοσης της Πύλης από τον Λέλλο και τη συγκίνηση όλων. Έζησε μέρες λαμπρές, φιλοξένησε τους πάντες, από τη Μελίνα Μερκούρη στον Σαββόπουλο και τον Μάνο, έγινε ένα με τις αρχόντισσες του Ταχτακαλά, ταυτίστηκε με μια πληγωμένη Λευκωσία που προσπαθούσε να ξαναβρεί τους κτύπους της καρδιάς της πετώντας χαρταετούς, φτιάχνοντας μαγιάτικα στεφάνια, και αφιερώματα στον Καβάφη, στον Σεφέρη, στη Μικρασιατική Καταστροφή, στον Πορφύριο Δίκαιο. Δήμαρχοι ήρθαν και παρήλθαν, η Πύλη πάντα κρατούσε μια παρουσία. Με τον χρόνο όμως εμφανίστηκαν ρυτίδες και ξενόφερτες και πολλά υποσχόμενες εις είδος νεαρές που την ανταγωνίζονταν, ενώ εκείνη θύμιζε μια γερασμένη αρχόντισσα. Μια σπίθα χρειαζόταν, ένα λίφτιγκ, για να ξανάβρει την παλιά της δόξα, οι πλημμύρες όμως της 10ης Δεκεμβρίου της έδωσαν τη χαριστική βολή. Σφάλισαν πόρτες και παράθυρα και έζησε από τότε στο σκοτάδι χωρίς εμάς, χωρίς ρομαντικούς ποιητές και αιθεροβάμονες καλλιτέχνες, χωρίς τον Ταχτακαλά και τις παιδικές φωνές από το διπλανό σχολείο, χωρίς το χαμόγελο της κυρίας Μαρίας και τις κουβέντες της κυρίας Αναστασίας.

Κάθε φορά που περνώ από εκεί μαραζώνω. Βλέπω τις σιδερένιες πόρτες κλειστές, το πέρασμα κλειστό, τον γύρω χώρο – παρόλη τη μοναδική αναλαμπή της Ξαναγέννησης – μίζερο, ν’ αποπνέει απελπισία, που μαζί με την πανδημία καταβαραθρώνει κάθε ελπίδα, κάθε αισιοδοξία, αλλά και κάθε προσμονή. Έκλεισαν τα θέατρα, ακυρώσαν τους χώρους πολιτισμού, πρόσθεσαν συρματοπλέγματα για να είμαστε ασφαλείς από έξωθεν κινδύνους και ταμπουρωθήκαμε στα σπίτια μας, ο εις να φοβάται τον άλλον.  

Που θα πάει όμως, Τα πάντα ρεί και μηδέποτε κατά τ’ αυτό μένειν, είπε ο Ηράκλειτος. Θα επιστρέψουμε μια μέρα στην κανονικότητα μας – όση κανονικότητα μπορεί να έχει ένα νησί κομμένο στα δυο –  στις παλιές μας αγάπες, στην άνοιξη του Δαυλού και στο καλοκαίρι του Ζέφυρου, θα τρώμε και θα πίνουμε όταν και όποτε μας καπνίσει, θα  ξανατραγουδήσουμε, θα ξαναλικνιστούμε όπως γουστάρουμε χωρίς διατάγματα και προσταγές. Θα εξαφανιστεί δια παντός το 8998, και το εμβόλιο θα μας επαναφέρει στην προηγούμενη μας ζωή.  

Γι’ αυτό κύριε Δήμαρχε, θα ήταν κρίμα και άδικο για τούτο το πολύτιμο κόσμημα να βρεθεί και πάλι στην προ των πλημμυρών θλιβερή, γερασμένη κατάστασή του. Κόλλες του τεστέ κολλημένες με σπίτ φιξ πάνω στο γυαλί της εξώπορτας της Πύλης να αναγράφουν με μολύβι τις ώρες λειτουργίας της. Κάδοι σκουπιδιών δίπλα από την είσοδο της νότιας αίθουσας, ανυπαρξία μιας σωστής και καλαίσθητης επεξήγησης για το τι είναι τούτο το μνημείο και αυτό όχι μόνο για ξένους, αλλά και για μας και τα παιδιά μας. Κρίμα και άδικο να μην της δώσουμε την απαιτούμενη φροντίδα, τα απαραίτητα εργαλεία, προσωπικό, την τεχνολογική υποστήριξη για να ξαναπετάξει και να ξαναγίνει ένα βίωμα του τόπου και του χρόνου.

Ξοδέψατε μπόλικο πρέμιξ για δρόμους, αγοράσατε παλλουκούθκια για να μη σταθμεύουν οι ανεπίδεχτοι μαθήσεως στα πεζοδρόμιά, κόψατε δέντρα για να περάσετε καλώδια, φτιάξατε οχετούς, μονόδρομους και πεζόδρομους με αυτόματα σιντριβάνια που δροσίζουν ανυποψίαστους πολίτες. Για να έχει όμως ψυχή μια πόλη δε φτάνουν δρόμοι και παράδρομοι. Οι άνθρωποι, εμείς, ιδιαίτερα μετά την πανδημία, αποζητούμε διεξόδους, ποιοτικόν άρτον και θεάματα, χώρους έκφρασης των οραμάτων και προσμονών μας. 

Αυτό είναι το κόσμημα της Λευκωσίας, όχι το άλλο, το άψυχο, που έγινε κόσμημα ελέω αππωμάρας κι εκλογών! Η Πύλη φέρει τη μνήμη, είναι μνημείο κύριε Δήμαρχε, και αυτή μας προσδίδει ασφάλειά, όχι τα ττέλια. Καταθέτει με πέτρες την ύπαρξη τούτου του τόπου. Η Πύλη Αμμοχώστου, κτίσμα πολεμικό των Ενετών και καθημερινό βίωμα του Ταχτακαλά είναι απόδειξη ζωής περασμένης και μελλούμενης. Ανοίξτε την! 

Κεντρική φωτο. Ο Λέλλος παραδίδει την Πύλη στο κοινό στις 18 Ιουνίου 1981

Φιλελεύθερα, 28.3.2021.