Αν σε όλους τους δημόσιους χώρους συναθροίσεων της Κύπρου τηρούνταν τα υγειονομικά πρωτόκολλα με την ίδια ευλάβεια και ζέση, με τις ίδιες προδιαγραφές με τις οποίες τηρούνται στις αίθουσες θεαμάτων, το πιθανότερο είναι ότι δεν είχαμε σήμερα έξαρση περιστατικών Covid-19. Η υποδειγματική διαχείριση σε θέατρα, συναυλιακούς χώρους, κινηματογράφους θα έπρεπε να αποτελεί περιπτωσιολογική μελέτη. Κι όχι τον εύκολο στόχο με το πρώτο κιόλας κύμα περιορισμών.
Όπως καταλαβαίνετε, το κείμενο αυτό ήταν ήδη σε προχωρημένο στάδιο όταν το Υπουργείο Υγείας, εν τη σοφία του, έστειλε τη συμπληρωματική ανακοίνωση με την οποία αναιρούσε εκείνη που έστειλε δυο μέρες προηγουμένως κι όριζε ως μέγιστο αριθμό σε εσωτερικούς χώρους τα 75 άτομα. Ένιωσα λίγο σαν να μου πήρε την μπουκιά από το στόμα. Να είσαι έτοιμος να κράξεις και να μην μπορείς! Μη σου τύχει. Σκέφτηκα, έπειτα, ότι με δεδομένη την ανατρεπτική μας πραγματικότητα δεν αποκλείεται μέχρι να το ολοκληρώσω να έρθει και καμιά τρίτη ανακοίνωση, αγνώστων προθέσεων. Κι ότι μέχρι την ημέρα που θα δημοσιευτεί πιθανόν να έχει έρθει πάλι ο κόσμος ανάποδα.
Μου ‘ρθε λοιπόν να πατήσω ένα περιποιημένο delete και να το στείλω στην παντοτινή αφάνεια, αναρροφώντας την ίδια χολή που ήμουν έτοιμος να εκτοξεύσω. Θα «έσκιζα τη σελίδα» και θα την πετούσα με στιλ Αντετοκούνμπο στον ψηφιακό κάλαθο αχρήστων του υπολογιστή. Αν το είχα κάνει, εσείς τώρα δεν θα είχατε την καρμική αγαλλίαση να το διαβάσετε. Κρίμα δεν θα ήταν; Αντί αυτού θα βλέπατε τώρα άλλο ένα φορτισμένο κείμενο- καταπέλτη για τις πομπές των διαπλεκόμενων που πιαστήκανε στα πράσα, το απόστημα που έσπασε και μας περιέλουσε εμβρόντητους με πύον κ.λπ. Και θα ξεμπέρδευα. Όντας μέλος του δημοσιογραφικού σιναφιού, όμως, προτίμησα να λουφάξω.
Το Υπουργείο Υγείας λοιπόν –για να επιστρέψουμε στο ανώδυνο θέμα μας- ήρε τη δική του απόφαση «λαμβάνοντας υπόψη την απογοήτευση και τις ανησυχίες που εύλογα και δικαιολογημένα δημιουργήθηκαν ανάμεσα στους καλλιτέχνες και τους συντελεστές πολιτιστικών και καλλιτεχνικών παραγωγών» (δική του διατύπωση). Και δικαίως θα πρέπει να χαιρετίσουμε την απόφαση, δίνοντας παράλληλα τα εύσημα στο ΥΠΠΑΝ και τις Πολιτιστικές Υπηρεσίες για τη συμβολή τους. Μην είμαστε αχάριστοι. Δεν είναι λίγο πράγμα να επανατοποθετείς με μια απόφαση κάτω από τα πόδια κάποιου το ίδιο χαλί που του τράβηξες.
Οι επηρεαζόμενοι στριμώχτηκαν τόσο στα σκοινιά τους προηγούμενους μήνες, βίωσαν μια τόσο στρεσογόνα κατάσταση, που δεν είναι παράλογο να έπαθαν κι ένα ήπιας μορφής σύνδρομο της Στοκχόλμης. Εγώ όμως είμαι φύσει αγνώμων κι επιφυλακτικός κι έχω πολύ χολή μαζεμένη μέσα μου που με πιέζει να τη βγάλω. Αφού λοιπόν επιδοκιμάσω τη δεύτερη ανακοίνωση του ΥΠΥΓ, δεν μπορώ να μην επισημάνω ότι αποτελεί μια επίσημη και κανονικότατη παραδοχή λάθους.
Από πότε η επιδημιολογική πολιτική της κυβέρνησης καθορίζεται από την «απογοήτευση και τις ανησυχίες» των επηρεαζόμενων; Είτε είναι απαραίτητα τα επιπρόσθετα μέτρα για τον περιορισμό της διασποράς του ιού, είτε δεν είναι. Αν είναι, να ληφθούν. Αν δεν είναι, γιατί ανακοινώθηκαν; Την προσωπική μου άποψη για το αν είναι την καταθέτω στην εναρκτήρια παράγραφο αυτού του κειμένου, όμως εγώ δεν είμαι ειδικός. Απλώς παρατηρώ και συγκρίνω. Οι ειδικοί, όμως, πώς κατέληξαν τόσο βιαστικά σε μια απόφαση την οποία έφτασαν ν’ αναιρέσουν μέσα σε 40 μόλις ώρες, κρίνοντας μάλιστα εκ των υστέρων ως «εύλογες και δικαιολογημένες» τις αντιδράσεις; Γιατί έπρεπε εξαρχής να δημιουργηθεί αυτή η αναστάτωση;
Σε μια περίοδο που η επιδημιολογική καμπύλη παίρνει την άνω βόλτα αυτοί που λαμβάνουν τις αποφάσεις για τη διαχείριση της πανδημίας πρέπει να είναι και να δείχνουν σοβαροί. Δεν λέω φυσικά ότι έπρεπε να μουλαρώσουν εμμένοντας στην αρχική απόφαση και να το παίξουν αλάθητοι. Αντίθετα, το mea culpa τούς τιμά κι είναι παρήγορο. Η αδικία κι η υπερβολή στη λογική μορφή των μέτρων άλλωστε ήταν οφθαλμοφανής.
Υποθέτω ότι κι οι ίδιοι διαπίστωσαν, όπως όλοι, το αυτονόητο: δεν γίνεται τα αεροπλάνα να πηγαινοέρχονται φίσκα, οι καφετερίες, οι υπεραγορές, τα σχολεία να λειτουργούν υπό τις συνθήκες κανονικά, οι γάμοι να γίνονται με 350 καλεσμένους, αλλά σ’ ένα αχανές θέατρο των 1000 θέσεων να επιτρέπονται μόνο μέχρι 75 άτομα. Τη στιγμή μάλιστα που ο αριθμός αυτός μπορεί να είναι και μεγάλος σ’ έναν θεατρικό χώρο μικρής χωρητικότητας. Το ποσοστό του 50%, με την αυστηρή τήρηση των πρωτοκόλλων να είναι δεδομένη, το προσωπικό σε συνεχή επιφυλακή και τους θεατές συνεργάσιμους και με τα ονόματά τους καταγεγραμμένα, είναι ένας περιορισμός που στέκει.
Η αστοχία αυτή δεν ήταν αναίμακτη. Εκτός από το ψυχολογικό σοκ, την «πλήρωσε» η πολυαναμενόμενη παραγωγή του Φεστιβάλ Κύπρια «Αριστοφάνη και Μενάνδρου Γωνία» που όπως φαίνεται, με την ανατροπή του προγραμματισμού, δεν θα καταφέρει να συναντήσει το κοινό της. Μικρό το κακό, αν εξαιρέσουμε τις χιλιάδες ευρώ κρατικού χρήματος που πήγανε στράφι, αλλά και τον μόχθο των συντελεστών.