Τόσο η τέταρτη υπουργική συνάντηση του Συμβουλίου Εμπορίου και Τεχνολογίας ΕΕ-ΗΠΑ (ΣΕΤ) στην πόλη Lulea της Σουηδίας, όσο και η σύνοδος των ηγετών των χωρών μελών της G7 στην Hiroshima της Ιαπωνίας προσπάθησαν ν’ αποτυπώσουν ένα ενιαίο μέτωπο απέναντι στην Κίνα πάνω σε στρατηγικής σημασίας ζητήματα, αποδεικνύοντας ωστόσο πως τα συμφέροντά τους δεν συμβαδίζουν πάντα εντελώς με αυτά των ΗΠΑ.

Για παράδειγμα, οι ευρωπαϊκές χώρες -ιδιαίτερα η Γαλλία και, ως ένα σημείο, η Γερμανία- διατύπωσαν τη θέση πως αφενός δεν πρόκειται για «μια αντικινεζική G7» σύνοδο, αφετέρου ο νεοεισαχθείς όρος «de-risking» (περιορισμός κινδύνων) δεν υποδηλοί τη ρήξη δεσμών με την Κίνα αλλά «προϋπόθεση ότι διαπραγματευόμαστε μαζί». Πρόδηλα, αυτή η γαλλικής ταυτότητας θέση βρίσκεται στον αντίποδα της πολιτικής της «αποσύνδεσης» (decoupling). Μολοταύτα, διαιωνίζεται -με οξύ μάλιστα τρόπο- ο προστατευτισμός της Ευρώπης.

Διόλου επομένως τυχαία και η σχετική παρέμβαση του πρωθυπουργού της Κίνας κ. Li Qiang κατά τη διάρκεια των εργασιών της μικτής επιτροπής Γαλλίας και Κίνας στις 21 Ιουνίου. Επικρίνοντας -παρουσία περίπου 100 εκπροσώπων γαλλικών και κινεζικών επιχειρήσεων- ως έντονο τον προστατευτισμό της Ευρώπης, διαβεβαίωσε πως υπάρχουν «πολλές αβεβαιότητες και αστάθειες, που έχουν αρνητικό αντίκτυπο μεταξύ των χωρών, αλλά η ανθεκτικότητα της σινογαλλικής σχέσης είναι μια πολύτιμη βεβαιότητα». Ας σημειωθεί πως σχεδόν 2.000 γαλλικές εταιρείες είναι ήδη εγκατεστημένες στην Κίνα. Ταυτόχρονα, ο όγκος του εμπορίου μεταξύ των δύο χωρών παρουσίασε αύξηση της τάξης του 60% στη δεκαετία (2012-2022), αγγίζοντας τα 80 δισεκατομμύρια ευρώ.

Τούτου δοθέντος, και με δεδομένο πως τα οικονομικά πεδία στον 21ο αιώνα βρίσκονται σε σχέσεις αλληλεξάρτησης, κύκλοι στην Ευρώπη αναζητούν πολιτική αμοιβαίας εμπιστοσύνης όχι μόνο ανάμεσα στην Κίνα και τη Γαλλία, αλλά και της ΕΕ με το Πεκίνο. Σε μια περίοδο ευδιάκριτης γεωπολιτικής και οικονομικής όξυνσης, ένα από τα βασικά ζητούμενα είναι η πολιτική της αλληλεγγύης και της αμοιβαιότητας, καθώς και η περιφρούρηση της αξιοπρέπειας των λαϊκών στρωμάτων ώστε να καλυφθούν οι διευρυμένες λαϊκές ανάγκες. Δεν είναι η πολιτικήτων G7 περί «αποσύνδεσης» ή/και περί «περιορισμού των κινδύνων» που λύνει ζητήματα. Άλλωστε η πολιτική, κατά την εκτίμησή μου, περί «περιορισμού κινδύνων» δεν είναι τίποτα’ άλλο παρά μεταμφιεσμένη πολιτική της «αποσύνδεσης» που, ως τέτοια, ενεργοποιεί διαρκείς εντάσεις, διενέξεις και συγκρούσεις, τις οποίες τελικά πληρώνουν οι λαϊκές τάξεις και δυνάμεις ανά την υφήλιο. Σε κάθε περίπτωση, τα σχέδια «μείωσης των κινδύνων», ως μεταμφιεσμένη πολιτική «αποσύνδεσης», για τα ευρωπαϊκά και αμερικανικά μονοπώλια που επεξεργάζονται ΕΕ και ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα, αποτιμώνται ως εχθρικές πολιτικές της Ουάσιγκτον έναντι του Πεκίνου. Από την άλλη, είναι αξιοσημείωτο πως πρόσφατη έρευνα Αυστριακού think tank (δεξαμενή σκέψης) υπολόγισε ότι εάν η Γερμανία αποσυνδεθεί από την Κίνα, το ΑΕΠ του Βερολίνου θα μειώνεται κατά 2% ετησίως. Η συγκεκριμένη μείωση ισοδυναμεί με απώλεια 60 δισεκατομμυρίων ευρώ (περίπου 65 δισεκατομμύρια δολάρια).

Αυτό είναι ακριβώς και το έδαφος πάνω στο οποίο οι ΗΠΑ μεταλλάσσουν το αφήγημα από πολιτική «αποσύνδεσης» σε πολιτική «απομείωσης κινδύνων», με στόχο την εκκόλαψη ή/και διαχείριση της διχόνοιας εντός της ευρωατλαντικής συμμαχίας. Επί της ουσίας, μια αλλαγή στα λόγια του ευρωατλαντικού αφηγήματος δεν σημαίνει διαφορά στη δράση. Ουσιαστικά, η «απομείωση» δεν διαφέρει σχεδόν καθόλου από την «αποσύνδεση». Ο νεοπαγής όρος της «απομείωσης» μπορεί να ακούγεται πιο ήπιος. Ωστόσο η υφέρπουσα, πλην ευδιάκριτη εχθρότητα κατά της Κίνας παραμένει. Και διατυπώνεται ως ρητορική σε μια περίοδο που η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει πολλαπλά οικονομικά δεινά και τεράστια κοινωνική κρίση στο εσωτερικό της. Δεινά και κρίση που αποτυπώνονται είτε ως τρομακτική εισοδηματική ανισότητας και «βαθιά φτώχεια» (το ίδιο το U.S. Census Bureau των ΗΠΑ αναφέρει ότι 1 στους 18 ανθρώπους στις ΗΠΑ ζει σε «βαθιά φτώχεια»), είτε ως τεράστιο οικονομικό χρέος της Ουάσιγκτον αλλά και ως χρηματοπιστωτική αναταραχή, που σαφώς επιδεινώθηκε από τις προβληματικές αυξήσεις επιτοκίων και τις ξαφνικές καταρρεύσεις αρκετών τραπεζών.

*Πρώην Πρύτανης Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου και Τακτικό Μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών& Τεχνών.