Στον αντίποδα του ιερού τελεί ο ανίερος πολιτισμός της Δύσεως. Ένας πολιτισμός ερήμην της Θεότητος. Είναι ο πολιτισμός του ωφελιμισμού και της χρησιμοθηρίας. Σε αυτόν ζούμε και σε αυτόν τελούμε. Είναι ένας πολιτισμός απάνθρωπος, ένας πολιτισμός της ερημίας. Ερημία του ανθρωπίνου προσώπου, ερημία της φύσεως. Ζούμε ακόμα στην έρημο της πόλεως, με τα τερατουργήματα που έχουμε ανυψώσει και εντός τους έχουμε εγκλεισθεί.

Άλλοτε η έρημος συνιστούσε τόπο αγιασμού. Τώρα κατέστη εφιαλτικός τόπος. Κρατάω εκείνα τα γεροντικά, με το λόγο των ασκητών της ερήμου, που είχαν εισέλθει στον τόπο του αγιασμού και της χάριτος. Όλα αυτά εξέλιπαν πλέον. Δύσκολα συναντούμε αυτή την παράδεισο της ερήμου, με το πλήθος των μοναχών και των ασκητών. Οι ερημίτες που συναντούμε είναι άλλης ποιότητος. Είναι οι άστεγοι των μεγαλουπόλεων, οι περιθωριακοί, εκτός της κοινωνίας των ανθρώπων. Είμαστε στους ερημίτες του άστεως.

Σκέφτομαι πως αξιωθήκαμε στον αιώνα που διανύσαμε να συναντήσουμε τον άγιο Πορφύριο που αγίασε στην έρημο της Ομονοίας. Αλλά και τον Γέροντα Ανανία, στην έρημο των Εξαρχείων, εσχάτως. Κι αυτό υπήρξε ευλογία και δωρεά.

Οι πόλεις που ζούμε είναι πλέον τερατουργήματα. Τόποι εφιαλτικοί. Απρόσωποι και κατά τούτο εχθρικοί. Συντριπτικοί. Σήματα, δηλαδή νεκροπόλεις, και τερατώδη σημεία της εξόριστης φύσεως. Έτσι το σίδερο και το μπετόν μας κατακυριεύει. Δεν είναι τυχαίο πως την εξορία και τη σύγχυση των ανθρώπων την ορίζει μυθικώς ο πύργος της Βαβέλ. Με την αδυναμία επικοινωνίας και κοινωνίας των ανθρώπων.

Η έρημος πλέον απλώνεται παντού. Επιστρέφει και καθίσταται επιθετική, εκδικητική, σε ανταπόδοση της ληστρικής εκμετάλλευσης της φύσεως, που έχει προηγηθεί. Η σκόνη της ερήμου μας κατακλύζει και καθιστά τον βίο μας εφιαλτικό. Κι η εμπειρία ζωής που έχουμε πλέον είναι η εμπειρία της αποπνικτικής άμμου της ερήμου, που έρχεται και επανέρχεται κατά κύματα. Είναι κι αυτό μια από τις πολλές μορφές ερημοποίησης.

Καθώς κατακαίμε τη φύση, ακολουθεί η είσοδος της λάσπης των χειμάρρων που κατασκεπάζει τις κατασκευές μας. Μια δεύτερη έκφραση της ερημοποίησης. Εκείνο το παλαιό ποίημα του Μιλτιάδη Μαλακάση, με το δάσος που χάσαμε, φαντάζει σχεδόν ειδυλλιακό: «Το δάσος που λαχτάριζες / ώσπου να το περάσεις, / τώρα να το ξεχάσεις / διαβάτη αποσπερνέ. / Μια αυγινή, το κούρσεψαν / ανίδρωτοι λοτόμοι, / κι εκεί είναι τώρα δρόμοι / διαβάτη αποσπερνέ.» Δρόμοι κατακλύζουν τη φύση που αποσύρεται και οχήματα που τη διασχίζουν ιλιγγιωδώς με ένα τρόπο εφιαλτικό.

Σκέφτομαι πως η φύση θα επιστρέψει με τον δικό της τρόπο, θα αφανίσει όλα τα κτίσματά μας που είναι καταδικασμένα να καταρρεύσουν, θα γίνουν και πάλι σκόνη, που θα την απομακρύνει ο άνεμος, για να απλώσει ξανά οι φύση τις ρίζες της, αποκαθιστώντας το αλλοιωμένο βαναύσως τοπίο. Γιατί λησμονούμε την τεράστιά της δύναμη και αντοχή. Γιατί διασώζει εντός της τον πυρήνα ζωής που την καθιστά αθάνατη.

«Προ της ιστορίας», γράφει ο Χρήστος Μαλεβίτσης, «δεν υπήρχαν πόλεις. Υπήρχε το δάσος. Ο ιστορικός άνθρωπος απώθησε το δάσος από τον χώρο που εδιάλεξε να χτίσει την πόλη του. Αλλά οι πόλεις δεν είναι αθάνατες. Τα πάντα γεννιούνται και πεθαίνουν. Και οι θεοί και οι πολιτισμοί και οι πόλεις. Τότε είναι που το δάσος επιστρέφει. Και υψώνονται ευθυτενείς οι κορμοί των δέντρων ανάμεσα από τις κερκίδες των θεάτρων ή των βουλευτηρίων.»

Η έρημος των πόλεων κατέστη προ πολλού εφιαλτική. Της λείπει η μυστική μουσική της άλλης ερήμου που ξέραμε, η βουή της, ο μυστικός της άνεμος, η δροσιά της νύχτας. Οι ψυχές που την διέσχισαν. Κι οι άγιοι κι οι ασκητές που την κατοίκησαν και την αγίασαν, οδηγώντας μας στo έαρ της ερήμου.

Η έρημος των πόλεων είναι ανίερη. Εχθρική. Καταστροφική. Είμαστε πια στον τόπο του ανοίκειου, του εχθρικού και εφιαλτικού. Αυτό το εχθρικό και το εφιαλτικό το περιέγραψαν οι φιλόσοφοι της υπάρξεως. Θυμίζω, πέραν των άλλων, τον Ξένο του Καμύ, με την άμμο και τον εφιαλτικό ήλιο. Και όχι μόνο. Είναι οι καταστάσεις της εσωτερικής ερημίας που βιώνουν έντρομοι, παγιδευμένοι και φοβισμένοι οι άνθρωποι. Να, οι ποικίλες μορφές της ερημοποίησης, που δεν είναι μόνο εξωτερική, αλλά και εσωτερική.

«Ο κόσμος δεν είναι πια παρά ένα άγνωστο τοπίο, όπου η καρδιά μου δεν βρίσκει στήριγμα. Ξένος― ποιος μπορεί να ξέρει τι σημαίνει αυτή η λέξη;» γράφει με απόγνωση ο Καμύ. «Το λιοπύρι έκαιγε τα μάγουλά μου και ένοιωσα στάλες ιδρώτα να μαζεύονται μέσα στα φρύδια μου. Ήταν ο ίδιος ήλιος όπως τη μέρα που κήδεψα τη μητέρα κι όπως τότε, πιο πολύ με πονούσε το μέτωπό μου κι όλες μου οι φλέβες χτυπούσαν μαζί κάτω απ’ το δέρμα. Με τυραννούσε αυτή η κάψα…»