Ο Πολιτισμός, στα μάτια ενός μέσου ανθρώπου, φαντάζει ως μια έννοια αφηρημένη, για την οποία αφήνεται η προσωπική αντίληψη να σχηματίσει μια υποτυπώδη εικόνα. Το ίδιο ισχύει για την ευρύτερη εγχώρια αντίληψη περί πολιτισμού, που όμως απέχει κατά παρασάγγας από την πραγματικότητα.
Η πολιτιστική βιομηχανία ανά το παγκόσμιο και μέσω της παραγωγής μαζικής κουλτούρας, αποτελεί ένα δυναμικό πυλώνα κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης. Η ογκώδης παραγωγή και κατανάλωση πολιτιστικών αγαθών, έχει ωθήσει τα σύγχρονα κράτη στο να δώσουν έμφαση σε μοντέλα επιχειρηματικότητας για την εκμετάλλευση του πολιτιστικού τους προϊόντος. Με αυτό τον τρόπο κατάφεραν να δημιουργήσουν πολιτισμική αξία (cultural value) και να μετατρέψουν την πολιτιστική τους παραγωγή σε πόρο «δημιουργικής βιομηχανικής επανάστασης».
Η θετική συνεισφορά των πολιτιστικών βιομηχανιών, στην πολιτιστική και οικονομική ανάπτυξη των χωρών, γίνεται πλέον αντιληπτή όλο και περισσότερο στον ανεπτυγμένο κόσμο. Η καινοτομία και η δημιουργικότητα αποτελούν πλέον δύο όρους που χρησιμοποιούνται ευρέως σε πολλές εθνικές αναπτυξιακές στρατηγικές, ως σημαντικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται για την ενδυνάμωση της οικονομίας και της διατήρησης της ανταγωνιστικότητας τους σε διεθνές επίπεδο.
Σε αντίθεση με τις πρακτικές που ακολουθούν οι πλείστες ανεπτυγμένες χώρες, στην περίπτωση της Κύπρου, ακολουθείται ένα συγκεντρωτικό μοντέλο πολιτιστικής πολιτικής, το οποίο χαρακτηρίζεται κυρίως από τις κρατικές παροχές χορηγιών για πολιτιστικές δράσεις, ακόμα και αυτό όμως με την έλλειψη κεντρικού σχεδιασμού και αποσπασματικά. Και ενώ με τη δημιουργία του Υφυπουργείου Πολιτισμού, η άσκηση πολιτιστικής πολιτικής θα έπρεπε να γίνει συγκεκριμένη, στοχευμένη και ξεκάθαρη, συνεχίζει να είναι διασπασμένη και διάσπαρτη σε διάφορα τμήματα Υπουργείων και Υφυπουργείων, στην τοπική αυτοδιοίκηση και σε ημικρατικούς οργανισμούς, χωρίς να υπάρχει σοβαρός ή ακόμα και ο υποτυπώδης σχεδιασμός για τη μεταξύ τους αλληλεπίδραση και συνεργασία.
Ενώ στην Κύπρο επικρατούν θεωρητικά ιδανικές συνθήκες για την ανατροφή και ανάπτυξη ενός προοδευτικά αυξανόμενου πολιτιστικού περιβάλλοντος, λόγω κυρίως του ψηλού μορφωτικού και βιοτικού επιπέδου, των κλιματολογικών συνθηκών, της πολύπολιτισμικότητας, της εύκολης προσβασιμότητας σε νέες τεχνολογίες, της αυξανόμενης επισκεψιμότητας και παρακολούθησης θεαμάτων και πολιτιστικών δράσεων, εν τούτοις, είναι πρόδηλη η απαξίωση των δημιουργικών βιομηχανιών.
Το κυπριακό πολιτιστικό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από την ανυπαρξία σημαντικών πολιτιστικών θεσμών, ανεξάρτητων μηχανισμών οικονομικού ελέγχου των επιχορηγούμενων οργανισμών, θεσμικού πλαισίου και πολιτιστικών υποδομών. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της πόλης της Πάφου, όπου μετά το 2017 και τη διοργάνωσή της ΠολιτιστικήςΠρωτεύουσας της ΕΕ, δεν υπήρξε η ανάλογη και προσδοκώμενη συνέχεια πολιτιστικής ανάπτυξης και δραστηριότητας, ενώ οι υποδομές που δημιουργήθηκαν για το σκοπό αυτό αφέθηκαν ανεκμετάλλευτες. Η πολιτιστική δράση δε, χαρακτηρίζεται από εσωστρέφεια, αποσπασματικότητα και έλλειψη συνάφειας, ενώ οι πολιτιστικές διαδικασίες ακολουθούν προσεγγίσεις που αρχίζουν από πάνω προς τα κάτω χωρίς την απαιτούμενη εμπλοκή της κοινωνίας, των πολιτών και την αξιοποίηση της δυναμικής της σχέσης με την οικονομία, καθιστώντας την ήδη περιορισμένη κυπριακή αγορά καταδικασμένη σε πλήρη εξάρτηση από το κράτος.
Ο τομέας των δημιουργικών δραστηριοτήτων και των τεχνών συγχέεται αδιαλείπτως με αυτόν της διασκέδασης και της υποκουλτούρας, γεγονός που υποσκελίζει την πολιτισμική αξία και το κύρος των καλλιτεχνικών έργων, υποβιβάζοντας και εξισώνοντας τους καλλιτέχνες με διασκεδαστές. Η έλλειψη οράματος, τεχνογνωσίας αλλά και μιας αποσπασματικής και συγκεχυμένης αντίληψης του αντικειμένου που καλούνται να διαχειριστούν, από τα διάφορα διοικητικά συμβούλια οργανισμών και υπηρεσιών, οι οποίοι έχουν και την πολιτική ευθύνη για τον σχεδιασμό και την ανάπτυξη πολιτιστικής στρατηγικής και η κατ’ επέκταση μη εξειδίκευση και η έλλειψη προσόντων πολλών λειτουργών που ασχολούνται με την υλοποίηση των ζητημάτων αυτών, αποτελεί σημαντικό μέρος του προβλήματος.
Ταυτόχρονα, παρατηρείται κατακόρυφη μείωση των κεφαλαιουχικών επενδύσεων προς τις πολιτιστικές δράσεις, ακριβώς διότι οι επενδύσεις αυτές διοχετεύονται προς σύντομες και εύπεπτες δράσεις, αφού λείπουν παντελώς τα κίνητρα που θα ωθούσαν τον επιχειρηματικό κόσμο στο να επενδύσει σοβαρά και μακροπρόθεσμα στο εγχώριο πολιτιστικό προϊόν.
Η απάντηση λοιπόν στο αρχικό ερώτημα, είναι πως όχι, η βιομηχανία του Πολιτισμού δεν ανήκει τους πυλώνες ανάπτυξης του κράτους μας. Και αυτή η παραδοχή αποτελεί την πλέον τραγική διαπίστωση αφού η Πολιτεία όφειλε να το αντιληφθεί και σταδιακά να κτίσει τις απαραίτητες εκείνες έμψυχες και υλικές υποδομές για την δημιουργία αυτού του καίριου οικονομικό-κοινωνικού πυλώνα. Στο ξημέρωμα του 21ου αιώνα όπου η γνώση του ανθρώπου διευρύνεται γεωμετρικά, ωθώντας τον προς την ανάπτυξη ακόμα πιο ευαίσθητου πολιτιστικού αισθητηρίου, μας δίνεται ακόμα μια ευκαιρία. Ίσως να προλαβαίνουμε να δημιουργήσουμε θετικά και συμπεριληπτικά όσον αφορά την οικονομική αξιοποίηση του πολιτιστικού μας προϊόντος… Ας μην μας καταγράψει λοιπόν η ιστορία ως τους ανάξιους απόγονους του λαμπρότερου πολιτισμού.
*Κάτοχος πτυχίου και μεταπτυχιακών τίτλων στη σύνθεση, καλλιτεχνικός διευθυντής της πολιτιστικής πλατφόρμας Ad Libitum, μέλος του Δ.Σ. του Κέντρου Κυπρίων Συνθετών και μέλος της Επιτροπής Θεατρικών Βραβείων του ΘΟΚ