Οι ορθολογιστές κατά το Θεοδωρίδη (19822:53) προβάλλουν την απαίτηση της διανοητικής ελευθερίας προσπαθώντας «να καταλύσουν την ιδεαλιστική μεταφυσική και το θρησκευτικό δόγμα». Αυτά τα διασυνδέουν με το «παλαιό καθεστώς του ancien regime» (= ο κοινωνικοπολιτικός Μεσαίωνας) πολεμώντας ταυτόχρονα την οποιαδήποτε υπερφυσική προέκταση στη ζωή και το θάνατο.

Στη λογική της φυσικής διανοητικής ελευθερίας κινείται ο Πολιτικός Φιλελευθερισμός, που θέλει το άτομο να αποκόπτεται από τον όποιο ιστό, από ό,τι γενικά το κρατά συνδεδεμένο με την πολιτισμική και θρησκευτική του παράδοση. Μέρος της παράδοσης: ο οικογενειακός ιστός της καταγωγής του και η εμπλοκή του γονικού ρόλου στην ανατροφή του.

Η θρησκεία του Πολιτικού Φιλελευθερισμού είναι ο Ντεϊσμός. Πρόκειται για τη θρησκεία μιας περιγραφικής κοσμικής εικόνας δια μέσω των φυσικών επιστημών. Σύμφωνα με τον πρώτο εκφραστή του Ντεϊσμού, τον Edward Herberd, Βαρόνο του Cherbury (1583- 1648) η ιστορική παράδοση εκμηδενίζεται και τη θέση της καταλαμβάνει μια «φυσική θρησκεία» του λογικού. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια μετεξέλιξη της φιλοσοφίας του Επίκουρου για το Θεό της λαϊκής φαντασίας.

Τόσο η Ντεϊστική διδασκαλία για ένα απόμακρα αδιάφορο προς τα κοσμικά δρώμενα Θεό όσο και η γονική απεμπλοκή από την ανατροφή του παιδιού, εκτίθενται από τον Jean Jacque Rousseau (1762) στο έργο του υπό τον τίτλο «Αιμίλιος» ή « Περί Αγωγής» όπως αυτό έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά.

Στο ευαγγελικό τούτο, απότοκο του Political Liberalism, ο μικρός μυθικός πρωταγωνιστής γίνεται το όργανο απόταξης της γονικής του καταγωγής. Ο κόσμος, για τον «Αιμίλιο» του Ντεϊσμού δεν είναι τίποτε άλλο από ένα μηχανισμό που « γεννιέται, λειτουργεί και εξελίσσεται μόνο από φυσικές ανάγκες» (Θεοδωρίδης 19822: 342). Ο μηχανισμός αυτός ονομάζεται «φύση». Στο όνομα αυτού του ακαθόριστου μηχανισμού ο «Αιμίλιος» σπάει όλους τους συνδέσμους με τη ρίζα που συγκρατεί ολιστικά την πολλαπλή του ταυτότητα. Η πολλαπλότητα της ταυτότητας υποχωρεί. Προβάλλεται μεγεθυντικά μόνο ένα μέρος της, αυτής του αυθύπαρκτου κοινωνικού όντος που δεν καταστρέφεται από τις προυπάρχουσες (τις φυσικοποιημένες, το ερμηνεύω) συνήθειες: «Πιεζόμενοι από τις συνήθειες μας, η διάθεσή μας αλλοιώνεται. Πριν από την αλλοίωση υπάρχει αυτό που ονομάζω εσωτερική μας φύση. Σε αυτή την αρχέγονη προδιάθεση πρέπει λοιπόν να αναγάγουμε το κάθε τι». («Αιμίλιος» στην Ελληνική, μετάφραση Βουρδουμπά 1963:7)

Το απονευρωμένο από την οικογένεια και τις παραδόσεις της παιδί, τη γονική θρησκεία ή αθρησκία που η οικογένειά του κουβαλεί, το παιδί με την αποκαθηλωμένη και την ιδέα της αίγλης του δασκάλου, γίνεται ο μοχλός υποκίνησης του χτισίματος μιας ιδεολογικά ουδετερόχρωμης και ουδετερόθρησκης νέας τάξης πραγμάτων.

Θεωρώ πως ο «Αιμίλος» αποτελεί μια αυτοβιογραφική εξομολογητική αποτίμηση για τα όσα ο ίδιος ο συγγραφέας ως πατέρας δεν έπραξε. Έχει όμως σχεδόν θεοποιηθεί από παιδαγωγικές θεωρήσεις της περί αυτονόμησης του παιδιού χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν οι συγκειμενικές περιστάσεις, «οι τύψεις του», Χειλιατσίδου 2009: 18 ως ψυχολογική αφόρμηση για τη συγγραφή του.

Στο «Δεύτερο Βιβλίο» που περιγράφει τα 2 ως τα 12 έτη του Αιμίλιου, το κάθε παιδί περιγράφεται ανίκανο συνειδησιακά να υπακούει σε ερεθίσματα. Πόσο μάλλον από την εμβρυακή ηλικία ως τα δύο του χρόνια σε μια σύγχρονη διασύνδεση με τη σύγχρονη ψυχιατρική και την εμβρυολογία, που καταδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο: την αυτοδυναμία του κατά φύσιν συνειδητοποιημένου έλλογου όντος.

Ο «Αιμίλιος» αμφισβητεί όλες τις δομημένες ιδεολογίες καθώς και τη δυναμικά μετασχηματιστική έννοια του μύθου στη ζωή του. Αμφισβητεί το ρόλο των παιδαγωγών , ίσως μια έκδηλη «απαξίωση» όπως τη βιώνουμε σήμερα και μαζί μ’ αυτά τον γονικό ρόλο, τη γονική εμπλοκή, τη γονική διαπαιδαγώγηση, τη γονική ευθύνη και τέλος, τη γονική λογοδοσία. Πρόκειται για την αφαίρεση από το συστημικό μοντέλο του Πολιτικού Φιλελευθερισμού του γονικού δικαιώματος στη διαπαιδαγώγηση.

*Εκπαιδευτικός, θεολόγος