Κατά τη διάρκεια της πολύχρονης διαδρομής μου στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή της Κύπρου από τότε που απέκτησα το πτυχίο μου ως δικηγόρος (1958) έζησα από κοντά όλες τις εξελίξεις της αγαπημένης μου Κύπρου.

Μία χώρα, έστω και μικρή, έστω και αδύνατη, μπορεί να αποκτήσει εκτίμηση διεθνώς και στο εσωτερικό λόγω της συμπεριφοράς της. Τώρα που είμαι σε προχωρημένη ηλικία και αναλογίζομαι το παρελθόν, δεν μπορώ να νοιώθω υπερήφανος που έζησα σε μια χώρα που οι πολιτικοί της και άλλοι παράγοντες που κρατούσαν κατά καιρούς τα ηνία, την κατέστησαν αξιόλογη είτε πολιτικά, είτε οικονομικά, είτε πολιτιστικά ή άλλως πως. Και αυτή η αποτυχία μεταφέρθηκε στο πληθυσμό της.

Πολιτικά ξεκινήσαμε να απελευθερωθούμε από την αγγλοκρατία με τον αγώνα αγνών αγωνιστών που θυσίαζαν τη ζωή τους.

Επικεφαλής της Κύπρου ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ που διατηρούσε μια λυκοφιλία με τον στρατηγό Γρίβα. Υπήρχαν τότε οι οπαδοί του Αρχιεπισκόπου και οι οπαδοί του Γρίβα. Ο Αρχιεπίσκοπος ήταν μια αξιόλογη προσωπικότητα χωρίς όμως οποιαδήποτε πολιτική πείρα ή γνώση της διεθνούς σκηνής.

Συνάμα έλειπε μια ομάδα δυναμικών παραγόντων που θα μπορούσαν να αποτρέψουν την οπισθοδρόμηση. Την πολιτική ζωή διαχειρίζετο ουσιαστικά ο Μακάριος και κανένας δεν τολμούσε να αντισταθεί σε αυτόν. Ήθελε Ένωση και μόνο Ένωση και όταν άλλαξε και δέχθηκε μόνο ανεξαρτησία, χωρίς ανταλλάγματα, ήταν αργά.

Δεν αμφισβητώ ότι η επιδίωξη της Ένωσης ήταν δίκαιη. Το θέμα είναι κατά πόσο μπορείς να την πετύχεις με την κατάλληλη πολιτική. Σημειώνω ότι η Ελλάδα, της οποίας είμαστε εθνικό τμήμα και δικαιούτο να το απαιτήσει, ουδέποτε ενήργησε με συνέπεια και αποτελεσματικά υπέρ των διεκδικήσεων της Κύπρου.

Μάλλον θεωρούσε το Κυπριακό ένα ενοχλητικό πολιτικό θέμα γι’ αυτήν, λόγω της φοβίας που την διακατείχε έναντι της Τουρκίας. Αυτό εξηγεί και την λύση που δόθηκε από τον Έλληνα Πρωθυπουργό Καραμανλή, ο οποίος συμφώνησε στην Ζυρίχη μία συμφωνία που είχε όλα τα στοιχεία που ήθελε η Τουρκία και που μπορούσαν να οδηγήσουν στην εισαγωγή της στο Κυπριακό με σοβαρό ρόλο. Με δυο λόγια η συμφωνία της Ζυρίχης ήταν η καταστροφή της Κύπρου. Είναι αφελείς και ανιστόρητοι όσοι πιστεύουν ότι θα μπορούσε να διορθωθεί με καλή πίστη από μέρους μας κατά την εφαρμογή της.

Ακολούθησαν τα ανόητα πραξικοπήματα από μέρους μας τα οποία χειροτέρεψαν την κατάσταση αφού είμαστε αδύνατοι και χωρίς την υποστήριξη της Ελλάδας για θετικά αποτελέσματα. Γνώρισα πολλούς πραξικοπηματίες και η έλλειψη λογικής τους μου ήταν καταθλιπτική. Συνέχισε μια κομματοκρατία με στόχο την προεδρία του κατακαημένου κράτους, χωρίς επιτυχημένη στρατηγική.

Όταν μού ανέθεσαν να προωθήσω τις μαζικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων εναντίον της Τουρκίας, που ήταν και το μόνο όπλο που μας παρέμεινε, οι μεν υπεύθυνοι της Κύπρου ήσαν υποτονικοί και ανοργάνωτοι η δε Ελλάδα στην παρουσία μου όταν πήγα στην Αθήνα για να την παρακαλέσω εκ μέρους της Κύπρου να κάνει μία προσφυγή η ίδια εναντίον της Τουρκίας για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πήρα ένα θλιβερό όχι από τον Πάγκαλο προσθέτοντας βεβαίως ότι ο Πρωθυπουργός θα ενημερωθεί και θα αποφασίσει.

Πράγμα που ουδέποτε έγινε.

Και έρχομαι στην μετέπειτα κοινωνική εξέλιξη της Κύπρου. Οι Κύπριοι αποθρασυθέντες από τις εξελίξεις και ενθαρρυμένοι από τη συμπεριφορά των πολιτικών τους άρχισαν να διαφθείρονται σε βαθμό τρομακτικό. Για οτιδήποτε, επενέβαινε το στοιχείο του οικονομικού ανταλλάγματος και αυτό ίσχυε και για τους πολιτικούς αυτούς καθ’ αυτούς κατά πλειοψηφία. Όλοι οι θεσμοί του κράτους ασθένησαν.

Η έννοια της δικαιοσύνης εξευτελίστηκε. Οι τράπεζες που φόρτωσαν τους δανειστές τους επιπολαίως τρέχουν τώρα να εισπράξουν αγρίως. Στην προσπάθεια τους αυτή έφεραν από το εξωτερικό εισπράκτορες, που κρυπτόμενοι στα κτήρια των τραπεζών στέλλουν τους επιτελείς τους, για να εισπράξουν τα δάνεια τους βασιζόμενοι σε ένα νόμο αντισυνταγματικό που οι συνταγματολόγοι, ιδίως οι ξένοι, τον περιγελούν.

Φαίνεται πάντως ότι αυτοί οι εισπράκτορες είναι οικονομικά πολύ εύποροι διότι έκλεισαν τα στόματα πολλών ατόμων και θεσμών.Έπειτα, έχουμε το πρόβλημα με τα ναρκωτικά, τους παράνομους μετανάστες, τις δυσκολίες της οικονομίας, προβλήματα τα οποία η προηγούμενη κυβέρνηση και ειδικότερα ο επικεφαλής αυτής δεν μπόρεσαν να ελαφρύνουν με αποτέλεσμα τα πράγματα να χειροτερεύσουν.

Το λυπηρό είναι ότι αυτό το ωραίο αξιαγάπητο νησί που οι κάτοικοι του το αγάπησαν και θυσιάστηκαν, γι’ αυτό βαίνει προς πλήρη κατάπτωση χωρίς να δικαιούται οποιαδήποτε εκτίμηση.

*Δικηγόρος.