Λίγες ημέρες μετά την επιστροφή του από τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ, όπου έδωσε την αμφίλογη υπόσχεσή του για την άρση των προβληματισμών της κυβέρνησής του για την ένταξη της Σουηδίας στη συμμαχία με μοναδικό στόχο την αγορά των αμερικανικών μαχητικών αεροσκαφών F-16, ο Τούρκος πρόεδρος επιδίδεται σε μια μεγάλη περιοδεία στη Σαουδική Αραβία, στο Κατάρ, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα με τελικό προορισμό τα κατεχόμενα, ανήμερα της επετείου της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.
Η περιοδεία του προέδρου Ερντογάν αντανακλάται, επικοινωνιακά τουλάχιστον, στις ευχαριστίες του για την οικονομική κυρίως υποστήριξη που έλαβε από τα εν λόγω κράτη κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Κράτη με τα οποία δεν είχε και τόσο καλές σχέσεις τα προηγούμενα χρόνια. Επί της ουσίας, ωστόσο, προσπαθεί να εξασφαλίσει τα 50 δισ. δολάρια που χρειάζονται για την ανάκαμψη της τουρκικής οικονομίας με απώτερο σκοπό να αποφύγει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ενώ παράλληλα συντρέχει και η πρόθεση για την αύξηση των επιτοκίων από την κεντρική τράπεζα της Τουρκίας.
Συνοδευόμενος από 200 επιχειρηματίες προσπαθεί να προσελκύσει άμεσα ξένες επενδύσεις για τη χώρα του, ενώ, η συμφωνία για την πώληση των τουρκικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών στη Σαουδική Αραβία υπεγράφη και χαρακτηρίζεται ως η μεγαλύτερη αμυντική συμφωνία στην ιστορία της Τουρκίας. Βέβαια, η αντιπολίτευση κατηγορεί τον πρόεδρο Ερντογάν για ξεπούλημα περιουσιακών στοιχείων της χώρας, όπως είναι οι τουρκικές αερογραμμές, διυλιστήρια και λιμάνια, στα οποία ο ίδιος αναφέρθηκε χρησιμοποιώντας την αγγλική λέξη «assets», αφήνοντας για λίγο την οθωμανική εκφορά του λόγου του.
Τη στιγμή που συντάσσονται οι γραμμές αυτού του κειμένου, ο Τούρκος πρόεδρος βρισκόταν ήδη στα κατεχόμενα για να παρευρεθεί στα εγκαίνια του νέου τερματικού σταθμού του παράνομου αεροδρομίου της Τύμπου.
Συνοδευόμενος από τον Ερσίν Τατάρ, ο πρόεδρος Ερντογάν κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να στηρίξει τη λύση των δυο κρατών. Επανέλαβε, δηλαδή, όσα διετύπωσε την τελευταία φορά που βρέθηκε παρανόμως στα κατεχόμενα, μετά την επανεκλογή του, εντατικοποιώντας τη θέση του για τη διατήρηση του status quo στην Κύπρο και την αναγνώριση του ψευδοκράτους σε μια απόδοση ενός ισότιμου κρατιδίου, κάτι που ορθώς μπορεί να ιδωθεί υπό το πρίσμα μιας συνεχούς προσπάθειας για προσάρτηση των κατεχομένων.
Οι προκλητικοί πανηγυρισμοί και οι παρελάσεις που πραγματοποιούνται κάθε χρόνο ανήμερα της επετείου της εισβολής υπενθυμίζουν το αναθεωρητικό και αυταρχικό προφίλ της κατοχικής δύναμης. Η διαπίστωση αυτή συνεπικουρεί στην αναγνώριση «του άλλου» ως του διαχρονικού εχθρού, του εισβολέα, του πραγματικού κατακτητή και επίδοξου περιφερειακού ηγέτη.
Λαμβάνοντας υπόψιν τα πιο πάνω, η συζήτηση που προέκυψε για την επίλυση της ελληνοτουρκικής διαφοράς στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης είναι εξαιρετικά περίπλοκη. Αφού διακρίνουμε τα ζητήματα κυριαρχίας, τα οποία καμία ελληνική κυβέρνηση δεν διαπραγματεύεται, από τα ζητήματα κυριαρχικών δικαιωμάτων, όπως είναι τα προαναφερόμενα, δηλαδή υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, και αφού η Τουρκία δεν αναγνωρίζει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, θα χρειαστεί να υπογραφεί συνυποσχετικό έγγραφο, στο οποίο πρέπει να συμφωνηθεί η διαφορά μεταξύ των δυο χωρών.
Ωστόσο, η Ελλάδα διαπραγματεύεται με βάση τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, κάτι που επίσης η Τουρκία δεν αποδέχεται. Άρα, η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης είναι δύσκολη, εάν προσθέσουμε ακόμα και τα ζητήματα κυριαρχίας που θέτει η Άγκυρα, καθότι η συνεχιζόμενη κατοχή στην Κύπρο, το τουρκολιβυκό μνημόνιο, η γαλάζια πατρίδα και οι επιστολές της Τουρκίας στον ΟΗΕ, στις οποίες αμφισβητείται η ελληνική κυριαρχία στα νησιά του Αιγαίου και το αίτημα για αποστρατιωτικοποίησή τους, είναι απλώς πραγματικότητες και πάγιες ανυποχώρητες θέσεις των Τούρκων.
*Πολιτικός Επιστήμων, επικεφαλής της IS Pegasus Coaching & Consulting Ltd