Ο κ. Αντώνης Κ. Σιβιτανίδης στο άρθρο του «Η ρεαλιστική προσέγγιση του πραξικοπήματος και της εισβολής» (Ο Φιλελεύθερος, 17.7.2023) έγραψε: «Η επιστολή Μακαρίου προς Γκιζίκη, η ταυτόχρονη μείωση της στρατιωτικής θητείας στην ΕΦ αλλά και η άρνηση του Υπουργικού Συμβουλίου να εγκρίνει τις λίστες των υποψήφιων έφεδρων αξιωματικών, τις οποίες μέχρι τότε παράτυπα κατάρτιζε και αποφάσιζε βάσει πολιτικών κριτηρίων το ΓΕΕΦ εξόργισε τον Ιωαννίδη και διέταξε το πραξικόπημα για εξόντωση του Μακαρίου… »

 Η ιστορική αλήθεια είναι διαφορετική. Ο Δημήτριος Ιωαννίδης μεθόδευσε την ανατροπή του Μακαρίου ευθύς μετά τον θάνατο του στρατηγού Γρίβα στις 27.1.1974. Ο Μακάριος τότε συμπεριφέρθηκε με άκρα πολιτικότητα. Κήρυξε τριήμερο εθνικό πένθος, άδειασε τις φυλακές από όλους τους πολιτικούς καταδίκους και υποδίκους (123 άτομα), και επεξέτεινε την αμνηστία σε όλους τους καταζητουμένους της ΕΟΚΑ Β΄ υπό τον όρο να παραδώσουν τα όπλα τους και να επιστρέψουν ειρηνικά στα σπίτια τους. Παράλληλα, ο Ελλαδίτης συνταγματάρχης, Γεώργιος Καρούσος, ο οποίος διαδέχτηκε τον Γρίβα στην αρχηγία της ΕΟΚΑ Β΄, διέταξε αναστολή της δράσης της Οργάνωσης και τάχθηκε υπέρ της πολιτικοποιήσεώς της. Όμως ο Ιωαννίδης ήθελε συνέχιση της ανωμαλίας  για να βρει ευκαιρία ανατροπής του Μακαρίου. Διέταξε την απομάκρυνση από την Κύπρο του μετριοπαθούς Καρούσου και έθεσε υπό τον πλήρη έλεγχό του την ΕΟΚΑ Β΄ μετά την ανάδειξη στην ηγεσία της του πειθήνιου οργάνου του, Λευτέρη Παπαδόπουλου. Ύστερα από ανάπαυλα τριών μηνών οι επιθέσεις της ΕΟΚΑ Β΄ ανανεώθηκαν και η εμφύλια διαμάχη συνεχίστηκε με πολύ μεγαλύτερη ένταση. Τον Ιούνιο του 1974 ήρθε διαταγή από την Αθήνα «κτυπάτε στο ψαχνό» (Διονύσιος Καρδιανός, Ο Αττίλας πλήττει την Κύπρο, σ.28). Τα θύματα από την δράση της ΕΟΚΑ Β΄ μεταξύ Απριλίου και Ιουλίου 1974 ήταν πολύ περισσότερα απ’ όσα την εποχή που ζούσε ο Γρίβας. Αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής ήταν η επιστολή Μακαρίου προς Γκιζίκη, με την οποία  ζητούσε την απομάκρυνση όλων των Ελλήνων αξιωματικών, πολλοί από τους οποίους τάσσονταν αναφανδόν υπέρ της ΕΟΚΑ Β’. Όμως η άποψη ότι η επιστολή αυτή ήταν η αιτία για το πραξικόπημα είναι εντελώς λανθασμένη.

Η μαρτυρία Μπονάνου

      Η απόφαση για την ανατροπή του Μακαρίου είχε ληφθεί από τον Ιωαννίδη από την πρώτη στιγμή της επικράτησής του στην Ελλάδα, όμως τον Απρίλιο του 1974 έθεσε το ζήτημα πιο επιτακτικά στους στενούς συνεργάτες του, Γρηγόριο Μπονάνο αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων, Φαίδωνα Γκιζίκη λεγόμενο πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, και Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο πρωθυπουργό της Ελλάδας, με τους οποίους τελικά συναποφάσισε το πραξικόπημα συναινούντος και του αρχηγού του Στρατού Ανδρέα Γαλατσάνου. Μαρτυρεί γι’ αυτό ο Μπονάνος στο βιβλίο του «Η Αλήθεια», σ. 169:

Τον Απρίλη του 1974 ο Ιωαννίδης «είπεν ότι πρέπει να “τελειώνουμε” και ότι τον Μάιον, που ο Κύπριος Πρόεδρος επρόκειτο να μεταβή δι’ επίσκεψιν στην Κίναν, είναι ευκαιρία διά την ανατροπήν του». Στις επιφυλάξεις του Μπονάνου ένεκα του κινδύνου τουρκικής επέμβασης «ο Ιωαννίδης απήντησεν ότι δεν πρέπει να φοβούμεθα την Τουρκίαν, διότι αφ’ ενός δεν την ενδιαφέρει η τύχη του Μακαρίου και αφ’ ετέρου διότι, ακόμη και εις περίπτωσιν εμπλοκής της, είμεθα ικανοί δι’ αποτελεσματικήν αντίδρασιν». Τον Μάιο, κατά τον οποίο ξανασυζητήθηκε το θέμα, «ο Ιωαννίδης είπεν ότι το πρόβλημα ανατροπής του Μακαρίου είναι απλούν και ότι το μόνον θέμα που πρέπει να αντιμετωπισθή είναι η διαδοχή του. Είπα τότε» γράφει ο Μπονάνος (σ.170) «ότι υπάρχει ο Κληρίδης, διά τον οποίον μάλιστα διαδίδεται ότι έχει και την εύνοιαν των Αμερικανών. Ο Ιωαννίδης τον απέρριψεν αμέσως ως ακατάλληλον». Τον Ιούνιο του 1974 ο Ιωαννίδης επανέλαβε στους συνομιλητές του ότι «ο Μακάριος πρέπει να εξουδετερωθή οπωσδήποτε» και διαβεβαίωσε ότι «στην Κύπρο έχουν προβλεφθή όσα πρέπει να γίνουν» (σ.173).

Τι έλεγε ο Ιωαννίδης για τους Τούρκους

Ο Μπονάνος υπέδειξε ότι, πριν από ένα πραξικόπημα, θα έπρεπε να ληφθούν προληπτικά μέτρα στον Έβρο, στα νησιά του Αιγαίου και στην Κύπρο, για να αντιμετωπιστεί ενδεχόμενη τουρκική στρατιωτική ενέργεια, όμως ο Ιωαννίδης το απέρριψε, με την δικαιολογία ότι έτσι εκινδύνευε η μυστικότητα σχετικά με το πραξικόπημα. Προσπάθησε επίσης να καθησυχάσει τους συνομιλητές του λέγοντας ότι «μετά την πρόσφατον παραλαβήν των αεροσκαφών Φάντομ είμεθα ισχυρότεροι των Τούρκων».

     Αλλά και ο Γκιζίκης ενημερώνοντας στις 13.2.1975 τον τότε υπουργό Άμυνας Ευάγγελο Αβέρωφ παραδέχτηκε ότι «τα γεγονότα (σχετικά με το πραξικόπημα) δεν οφείλονται, ως πιστεύεται εις την γνωστήν επιστολήν Μακαρίου σχετικώς με την απόσυρσιν των Ελλήνων αξιωματικών της Εθνοφρουράς. Η επιστολή επέσπευσε τα γεγονότα».

Η εντολή προς Γιωργίτση

      Η εντολή για την εκτέλεση του πραξικοπήματος δόθηκε από τον Μπονάνο στους Μιχαήλ Γεωργίτση, ταξίαρχο, επιτελάρχη του ΓΕΕΦ και Κωνσταντίνο Κομπόκη, συνταγματάρχη, διοικητή των ΛΟΚ, οι οποίοι υπηρετούσαν στην Κυπριακή Εθνοφρουρά. Αυτό συνέβη στις 2.7.1974, μια μέρα προτού η επιστολή του Μακαρίου φτάσει στα χέρια του Γκιζίκη, σε σύσκεψη στο γραφείο του Μπονάνου, στην οποία μετείχε και ο Δ. Ιωαννίδης.  Ο Γεωργίτσης κλήθηκε από την Κύπρο, το δε φύλλο πορείας του εκδόθηκε την 1η  Ιουλίου 1974, δύο μέρες πριν από την επίδοση της επιστολής Μακαρίου στον Γκιζίκη. Στις 3.7.1974, την ημέρα που η επιστολή Μακαρίου επιδόθηκε στον Γκιζίκη, οι Γεωργίτσης και  Κομπόκης  είχαν σύσκεψη στο Αρχηγείο Ενόπλων Δυνάμεων με τους επιτελείς Ανδρέα Κονδύλη, Μιχαήλ Πηλιχό και Χαράλαμπο Παλαΐνη, κατά την οποία τους ανατέθηκε εν λευκώ ο τελικός σχεδιασμός και η εκτέλεση του πραξικοπήματος. (Για τεκμηριωμένες λεπτομέρειες βλέπε: Γιάννης Κ. Λάμπρου, Ιστορία του Κυπριακού: Τα Χρόνια μετά την Ανεξαρτησία, 1960-2008, σ.446-453)

*Φιλόλογος, ιστορικός, συγγραφέας.