Αναντίλεκτα, από όποια σκοπιά και εάν επιχειρήσει κάποιος να προσεγγίσει το μεταναστευτικό ζήτημα στην Κύπρο, αυτό χρήζει ολοκληρωμένης κοινωνιολογικής προσέγγισης, έτσι ώστε να ληφθούν όλες οι παράμετροι υπόψη.
Η ιστορική αξιολόγηση των πραγμάτων, ως διαχρονική αποτύπωση μιας επαναλαμβανόμενης πραγματικότητας, επιβεβαιώνει πως, οι ανεξέλεγκτες μεταναστευτικές ροές δημιουργούν πρόβλημα στον κοινωνικό ιστό, ενώ η έλλειψη ολοκληρωμένης στρατηγικής για τη μεταναστευτική διαχείριση, προκαλεί μεγαλύτερη αντίδραση και επισφάλεια. Αυτά τα στοιχεία μπορεί να γίνονται ακόμα πιο ευδιάκριτα, ακόμα και σε χώρες με μεγαλύτερη κοινωνική ευαισθησία και ανοχή, όπως η Κυπριακή, όταν συνυπάρχουν ζητήματα που διασυνδέονται με την υπογεννητικότητα, την υπογονιμότητα και βέβαια με τη συνεπακόλουθη δημογραφική αλλοίωση.
Ως εκ τούτου, οι ευαισθησίες που δημιουργούνται, λαμβάνοντας υπόψη και τη συνεχιζόμενη κατοχή, σε σχέση και με τις μεταναστευτικές ροές από τα κατεχόμενα, θα πρέπει να είναι σεβαστές και να συνυπολογίζονται, πάντοτε στο πλαίσιο της νομιμότητας και του πολυπολιτισμικού χαρακτήρα των κρατών της ΕΕ, χωρίς βίαιες πράξεις και συμπεριφορές που ξεπερνούν τα όρια της παραβατικής συμπεριφοράς και της αλητείας, αγγίζοντας αυτά της εγκληματικότητας. Ομοίως σεβαστή θα πρέπει να είναι και η έντονη στήριξη προς τους μετανάστες, στο πλαίσιο όμως των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που υπάρχουν στην Κυπριακή κοινωνία και βέβαια μακριά από αφορισμούς και προπηλακισμούς ως προς την αντίθετη άποψη.
Δεν θα διστάσω να σημειώσω πως, σε αυτή τη δύσκολη περίοδο, θα πρέπει να αποφευχθούν ακραίες τοποθετήσεις και συμπεριφορές, είτε προς τη μία είτε προς την άλλη πλευρά, οι οποίες αναπόφευκτα δημιουργούν αντίδραση και αντιπαράθεση. Όπως έχει σημειωθεί σε πρόσφατη ραδιοφωνική συμμετοχή σε ότι αφορά το μεταναστευτικό, η Πλατωνική διαλεκτική θεώρηση πως, η «έκφραση μιας θέσης δημιουργεί αντίθεση και μαζί οδηγούν στη σύνθεση» δεν αποτελεί σημείο αναφοράς σε αυτές τις περιπτώσεις, αλλά δυστυχώς αύτη παραφράζεται σε, «δράση, αντίδραση, αποσύνθεση και τελμάτωση».
Οι κορώνες μίσους, μισαλλοδοξίας, ρατσισμού και αποκλεισμού, από όπου και εάν προέρχονται και προς όσους απευθύνονται, δεν μπορούν να αποτελούν λύση σε κανένα πρόβλημα. Είμαι απόλυτα πεπεισμένος πως, το μεταναστευτικό ζήτημα δεν θα λυθεί ούτε με επικίνδυνη και επιθετική εθνικιστική διάθεση, αλλά βέβαια ούτε και μέσα από μια άκρατη και ισοπεδωτική διεθνιστική προσέγγιση.
Στη βάση μιας πραγματιστικής θεώρησης, επιβάλλεται ο καθορισμός μιας ολοκληρωμένης, συγκροτημένης και στοχευμένης μεταναστευτικής πολιτικής από την ίδια την ΕΕ, (ένα θέμα που έχουμε συζητήσει επισταμένα με την αρμόδια Ευρωπαία Επίτροπο, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής), η οποία θα αναδεικνύει την αλληλέγγυα στήριξη, ιδιαίτερα προς τα κράτη «πρώτης γραμμής» και τα οποία αποτελούν τον Ευρωπαϊκό Νότο. Σε αυτή την εξίσωση, η ΕΕ θα πρέπει να αντιληφθεί και να εντάξει στη σφαίρα της αποτρεπτικής στρατηγικής, τις τροχιοδρομημένες ροές μεταναστών από την Τουρκία προς την Ελλάδα και την Κύπρο, κυρίως μέσω κατεχομένων περιοχών.
Παράλληλα, μία ολιστική θεώρηση των πραγμάτων θα πρέπει να προϋποθέτει διαβάθμιση των μεταναστών, κυρίως στις πιο ευδιάκριτες ομάδες, όπως είναι οι αιτητές πολιτικού ασύλου, οι παράνομοι και παράτυποι μετανάστες, οι εικονικοί μετανάστες, οι φοιτητές (διαχωρίζοντάς τους σε αυθεντικούς και σε κατ’ όνομα), όπως και οι εργαζόμενοι από Τρίτες Χώρες.
Επιπρόσθετα, θα πρέπει να γίνει αποτύπωση των επιδράσεων, οι οποίες είναι σφαιρικές και αφορούν το πολιτικό επίπεδο, (δημιουργία συνθηκών που δεν θα καθιστούν την Κύπρο σε ελκυστικό προορισμό, περαιτέρω επίσπευση της εξέτασης των αιτήσεων για πολιτικό άσυλο και των διαδικασιών απέλασης), την κοινωνικοοικονομική διάσταση (ενίσχυση των διαδικασιών ενσωμάτωσης και ένταξης στην κοινωνία), όπως βέβαια και στην αγορά εργασίας, (σε συνάρτηση με την κάλυψη των πραγματικών αναγκών, συνδράμοντας στην ενίσχυση και ρύθμισή της, αποτρέποντας την εκμετάλλευση και τον αθέμιτο ανταγωνισμό- τόσο εις βάρος των εργαζομένων, όσο και εις βάρος των σωστών εργοδοτών).
Δίνοντας για σκοπούς την παρούσας αρθρογραφίας, περισσότερη έμφαση στις επιδράσεις που αφορούν το εργασιακό σκέλος, είναι σημαντικό να σημειωθεί επίσης πως, επιβάλλεται να ληφθούν μέτρα και να ενισχυθούν οι διαδικασίες για άρση της παράνομης, της αδήλωτης και της υποδηλωμένης απασχόλησης.
Για τη ΣΕΚ, αποτελεί βασική προϋπόθεση για την καλύτερη διαχείριση του μεταναστευτικού σε σχέση με την αγορά εργασίας, όπως ακολουθηθούν, ανάμεσα σε άλλα και τα εξής βήματα:
*Αξιολόγηση των πραγματικών αναγκών της αγοράς εργασίας (σε τομείς, επιχειρήσεις, ειδικότητες)
- Διασύνδεση των αναγκών της αγοράς εργασίας με το εκπαιδευτικό σύστημα, για σωστή και έγκαιρη επαγγελματική καθοδήγηση και προσανατολισμό
2.Στόχευση στα προγράμματα κατάρτισης και επανακατάρτισης, με ορίζοντα και προοπτική τη δημιουργία συνθηκών επαρκούς κάλυψης των αναγκών της αγοράς εργασίας
3.Προώθηση των απαιτούμενων δεξιοτήτων μέσα και από την ενίσχυση της πιστοποίησης των επαγγελματικών προσόντων, δίνοντας έμφαση στη ψηφιακή μετάβαση και στις προκλήσεις της τεχνητής νοημοσύνης (ενισχύοντας την τριμερή συνεργασία και τον ρόλο των κοινωνικών εταίρων ως βασική συνιστώσα σχεδιασμού και ανάδειξης του ρόλου και των προγραμμάτων της ΑνΑΔ)
*Αναθεώρηση της Στρατηγικής για την Απασχόληση Εργαζομένων από Τρίτες Χώρες
1.Διασύνδεσή της με την μεταναστευτική πολιτική
2.Συντονισμός με τη δημογραφική πολιτική
3.Σχεδιασμός μέσα και από τη Στρατηγική για την ποιοτική ενίσχυση και αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος
4.Επαναφορά και αναβάθμιση της Επιτροπής Αξιολόγησης Αιτήσεων, για να υπάρχει σαφής ένδειξη των δεδομένων και των αναγκών των επιχειρήσεων, έτσι ώστε να μην αδικούνται σωστοί εργοδότες, αλλά και την ίδια στιγμή να μην επιβραβεύονται άλλοι
*Επέκταση και εδραίωση του θεσμού των συλλογικών συμβάσεων, όπως προκύπτει μέσα από το Άρθρο 4.2 της Οδηγίας για τον Ευρωπαϊκό Κατώτατο Μισθό, έτσι ώστε να δημιουργηθούν οι ικανές και αναγκαίες συνθήκες για άρση της εκμετάλλευσης και του αθέμιτου ανταγωνισμού, τόσο ανάμεσα σε εργαζόμενους, όσο και ανάμεσα σε εργοδότες
*Ενίσχυση των ελέγχων, αύξηση των ποινών και εφαρμογή της αρχής της δημόσιας διαπόμπευσης (name and shame)
Η Κυπριακή Δημοκρατία καταγράφει διαχρονικά, ένα σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με τα πλείστα υπόλοιπα κράτη μέλη της ΕΕ και αυτό αφορά και παραπέμπει στο θεσμικό πλαίσιο του κοινωνικού διαλόγου και της τριμερούς συνεργασίας. Αυτό ακριβώς το θεσμικό πλαίσιο που συνέβαλε έμπρακτα και ουσιαστικά στη μείωση της χρονικής παρουσίας της Τρόικα στην Κύπρο και στην αποτελεσματική διαχείριση της πρόσφατης πανδημίας. Ανάλογη θα πρέπει να είναι και η αξιοποίηση αυτού του θεσμικού πλαισίου και σε ότι αφορά το μεταναστευτικό σε συνάρτηση με τα εργασιακά θέματα και την αγορά εργασίας, μέσα και από μία ολοκληρωμένη, συγκροτημένη και στοχευμένη συνεργασία ανάμεσα στην Εκτελεστική και στη Νομοθετική εξουσία και τους κοινωνικούς εταίρους.
- Γενικός Γραμματέας ΣΕΚ