Τα μάτια της Πόπης, της γυναίκας του Κυριάκου Κάρσα που είναι υπεύθυνος για τις Ακαδημίες της Λέιτον Όριεντ και με φιλοξενούσε στο Λονδίνο βούρκωσαν καθώς παρακολουθούσαμε παρέα ένα φιλμάκι αφιέρωμα του BBC στον Τζόρτζ Μπέστ. Νόμιζα πώς τον ήξερα καλά αυτόν τον Μπέστ, τον πέμπτο Beatle που είχε καταφέρει να εκσφενδονίσει τα παιδικά μας όνειρα και να μας μυήσει στην χαρά του ποδοσφαίρου μέσα από την ασπρόμαυρη τηλεόραση της δεκαετίας του ’70.
Είχα κάνει λάθος. Γιατί όσα χρόνια και να περάσουν, όσα φιλμάκια και αν παρακολουθήσει κάποιος, ειδήμονας ή όχι, θα ανακαλύπτει πάντα κάτι νέο να παρατηρήσει και να θαυμάσει σ’ αυτόν τον άνθρωπο. Κι ακόμα πιστεύω πώς δεν μπορούμε να τον προσδιορίσουμε σαν ποδοσφαιριστή, μύθο ή θρύλο ή σαν οτιδήποτε άλλο. Γιατί ο Μπέστ έτσι όπως ακριβώς και οι ντρίπλες του, οι πάσες του, τα γκολ του, δεν προσδιορίζεται. Απολαμβάνεται.
Αυτός λοιπόν ο Μπέστης όπως τον έλεγαν οι «τσιάρληες» μας της Αγγλίας, είναι ο μοναδικός ποδοσφαιριστής που είδα προσωπικά να μην πηδά ψηλά για να πανηγυρίσει όταν σκοράρει. Ούτε τον αριθμό του, ούτε την φανέλα του να επιδείξει. Ότι έκανε θαυμαστό το άφηνε να περάσει στον κόσμο έτσι ακριβώς όπως κάνει ένας αληθινός καλλιτέχνης. Ένας ζωγράφος ας πούμε ή ένας ποιητής που, αφού τελειώσει το έργο του, αποδεσμεύεται από αυτό και δεν του ανήκει. Ανήκει σε όλο τον κόσμο.
Αυτό που έκανε ο Μπέστ στην ουσία ήταν η δική του κατάθεση στη ζωή χωρίς περιττές δοξασίες και αυτοπροβολές. Τι κι αν ντρίπλαρε τους αντιπάλους του λες και δεν υπήρχαν, τί κι αν σκόραρε τόσο όμορφα και απλά ακριβώς γιατί ήθελε να δωρίσει τα γκολ του και τις επινοήσεις του σε όλο τον κόσμο. Κι έπειτα πανηγύριζε τόσο διακριτικά σαν να ντρεπόταν και δεν ήθελε να ταπεινώσει περισσότερο τους αντιπάλους του.
Όσοι έπαιξαν ή παίζουν ποδόσφαιρο αντιλαμβάνονται πιο πολύ πόση δύναμη χρειάζεται την ώρα της προσωπικής σου νίκης για να παραμείνεις άνθρωπος που σέβεται τον συνάνθρωπο του με τόση λεπτότητα ψυχής. Χωρίς ούτε μια υπερβολή, δίχως ούτε ένα βλέμμα στον ουρανό. Δεν χρειάζονται οι ύμνοι στους θεούς, κι ούτε ποτέ να θελήσεις να καθίσεις μαζί τους.
Πάλεψε συνέχεια μονάχος του, με την χαρισμένη του μοίρα. Είδε την ζωή σ’ ένα ποτήρι ουίσκι, είδε την ζωή στην ομορφιά της γυναίκας κι έφυγε…
…«Well, show me the way / to the next whisky bar / Oh! Don’t ask why / Oh! Don’t ask why / for if we don’t find the next whisky bar / I tell you we must die…
…«Δείξε μου το δρόμο για το επόμενο ουίσκι μπαρ / μην ρωτήσεις γιατί / μην ρωτήσεις γιατί / γιατί αν δεν βρούμε το επόμενο ουίσκι μπαρ / θα σου πω ότι πρέπει να πεθάνουμε / πρέπει να πεθάνουμε…» είναι τα λόγια του Morrison στο τραγούδι Alabama Songs των Doors.
Οι μεγάλοι άνθρωποι, οι σπουδαίοι άνθρωποι είναι αυτοί που περνούν το σκαλί της ζωής και τη βιώνουν μέσα στη μέθεξη και την απογείωση. Κι αν θέλεις να παραμένεις ανθρώπινος όπως ο Μπέστ, πρέπει να το πληρώσεις αυτό με ένα τρόπο, τις πιο πολλές φορές αυτοκαταστροφικό. Γιατί είναι αλήθεια πως η ζωή δεν αντέχει τους ποιητές. Ο Τζόρτζ Μπέστ, με τα μάτια του χαμηλωμένα στη γη, πέρασε από μπροστά μας, σαν απλά ο καλύτερος… As simply the Best…
*Παλαίμαχος ποδοσφαιριστής, προπονητής και συγγραφέας